Καλώς ορίσατε στο autoexec.gr - Σύνδεση | Εγγραφή | Βοήθεια

iThalis

Information Technology Blog
IP Spoofing Alert από την APIPA Address στον Forefront TMG 2010
Οι Security administrators ενδεχομένως να αντιμετωπίσουν το ακόλουθο μήνυμα IP spoofing alert στον Forefront TMG 2010 firewall τον οποίο έχετε εγκατεστημένο:

Alert: IP Spoofing
Description: Forefront TMG 2010 detected a possible spoof attack from the IP address 169.254.x.x. A spoof attack occurs when an IP address that is not reachable through the network adapter on which the packet was received. If logging for dropped packets is enabled, you can view the details of this attack in the Firewall log in Forefront TMG 2010 log viewer. If the IP address belongs to a VPN client, this event may be ignored.

Αυτό το alert συμβαίνει διότι ο Forefront TMG 2010 firewall έλαβε ένα πακέτο δεδομένων από το internal network interface από έναν πελάτη (client – ο οποίος μπορεί να είναι server, workstation, ή ένας άλλος host) ο οποίος δεν είχε στατική διεύθυνση (statically assigned IP address) και συνάμα δεν ήταν δυνατόν να λάβει μια διεύθυνση από έναν διακομιστή DHCP, με αποτέλεσμα ο πελάτης να επιλέξει μια IP address από το Automatic Private IP Address Assignment (APIPA) address range όπως αυτό καθορίζεται στο πρότυπο RFC 3927.
Μπορείτε με απόλυτη ασφάλεια να αγνοήσετε αυτό το alert, ή μπορείτε να το επιλύσετε το θέμα αυτό προσθέτοντας το δεσμευμένο δίκτυο APIPA το οποίο είναι το 169.254.0.0/16 στο εσωτερικό δίκτυο (Internal network definition). Αυτό μπορεί να επιτευχθεί ανοίγοντας το Forefront TMG 2010 management console όπου επιλέγουμε (highlighting) το Networking node στο navigation tree, και εν συνεχεία κάνουμε δεξί κλικ στο Internal network, όπου επιλέγοντας το Addresses tab, κάνουμε αμέσως κλικ στο Add Private button έχουμε την δυνατότητα να επιλέξουμε την δέσμη διευθύνσεων 169.254.0.0 – 169.254.255.255.

Σημείωση: Είναι δυνατόν να επιλύσουμε το συγκεκριμένο πρόβλημα απλά απενεργοποιώντας τα alerts για τα IP spoofing attempts. Βεβαίως, αυτό αποτελεί λανθασμένη πρακτική ασφαλείας (bad security practice) και θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποφεύγεται.
Μπορείτε να λάβετε ως σημείο αναφοράς το προηγούμενό μου blog post όπου εκεί καταδεικνύω ότι ο καλύτερος τρόπος για να ρυθμίσουμε το εσωτερικό δίκτυο στον Forefront TMG 2010 είναι να επιλέξουμε το Add Adapter option. Αυτή παραμένει η σωστή επιλογή. Παρόλα αυτά, αυτό αποτελεί μία περίπτωση η οποία περιλαμβάνεται σε εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις όπου το ζητούμενο είναι η προσθήκη ενός επιπλέον network address space στο εσωτερικό δίκτυο έτσι ώστε να συρρικνώσουμε τον όγκο των IP spoofing alerts τα οποία δημιουργούνται από τον Forefront TMG 2010 firewall.
Το επακόλουθο αυτής της ενέργειάς μας για να υλοποιήσουμε αυτήν την αλλαγή είναι είναι ότι θα λάβουμε ένα μεγαλοπρεπές Configuration error alert το οποίο θα μας πληροφορεί ότι το εσωτερικό δίκτυο δεν συσχετίζεται με τους network adapters οι οποίοι ανήκουν σε αυτό.

Ουσιαστικά αυτό το οποίο καταφέραμε είναι να ανταλλάξουμε ένα ενοχλητικό alert με ένα άλλο. Εντούτοις ο θόρυβος ο οποίος δημιουργήθηκε από τα IP spoofing alerts από τους πελάτες με APIPA IP addresses ενδεχομένως να ορίζει ότι αυτή η ανταλλαγή (tradeoff) αξίζει τον κόπο. Επιπροσθέτως, είναι οπωσδήποτε πιο σφαλές να απενεργοποιήσουμε αυτό το configuration error alert απ’ότι το IP spoofing alert.
Posted: Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012 10:01 πμ από το μέλος Jordan_Tsafaridis | 0 σχόλια
Δημοσίευση κάτω από:
Forefront TMG 2010 Configuration Error Alert
Σε έναν ForeFront Threat Management Gateway (TMG) 2010 firewall είναι δυνατόν να αντιμετωπίσουμε ένα Configuration Error alert όπως το παρακάτω :

Η περιγραφή του συγκεκριμένου alert ορίζει τα εξής:

“The routing table for the network adapter Internal includes IP address ranges that are not defined in the array-level network Internal, to which it is bound. As a result, packets arriving at this network adapter from the IP address ranges listed below or sent to these IP address ranges via this network adapter will be dropped as spoofed. To resolve this issue, add the missing IP address ranges to the array network.
The following IP address ranges will be dropped as spoofed:
External:172.16.2.0-172.16.3.255;

Το alert είναι το αποτέλεσμα του Forefront TMG firewall routing table και του network definition το οποίο είναι εκτός συγχρονισμού (being out of sync) μεταξύ τους. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα το routing table μοιάζει όπως το παρακάτω:
 
Εντούτοις το Forefront TMG Internal network definition μοιάζει όπως το παρακάτω:

Όπως διαπιστώνετε, ο Forefront TMG firewall είναι ρυθμισμένος με ένα Internal network IP address range το οποίο είναι το 172.16.1.0/24. Παρόλα αυτά το routing table περιλαμβάνει επιπλέον static routes τα οποία κάνουν τα δίκτυα 172.16.2.0/24 και 172.16.3.0/24 προσβάσιμα.
Για να επιλύσουμε αυτό το θέμα επιλέγουμε (highlight) το Networking node στο navigation tree. Εν συνεχεία επιλέγουμε το Networks tab στο κέντρο του παραθύρου, και αμέσως μετά επιλέγουμε το δίκτυο το οποίο αντιστοιχεί στην δέσμη των IP address οι οποίες περιλαμβάνεται στο συγκεκριμένο alert. Στο παράδειγμά μας η δέσμη διευθύνσεων 172.16.2.0-172.16.3.255 επίσης ανήκει στο εσωτερικό δίκτυο. Κάνοντας δεξί κλικ στο εσωτερικό δίκτυο (Internal network) εν συνεχεία επιλέγουμε τα properties, και αμέσως μετά επιλέγουμε το Addresses tab, όπου εκεί αφαιρούμε όλα τα address ranges τα οποία προηγουμένως είχαν ρυθμιστεί. Το επόμενο βήμα, είναι να επιλέξουμε την επιλογή Add Adapter και εν συνεχεία επιλέγουμε το network adapter γι’αυτό το δίκτυο.

Με την μέθοδο αυτή το IP address range για το δίκτυο αυτό δημιουργείτε χρησιμοποιώντας το routing table για το συγκεκριμένο network interface. Συνεπώς αυτή η μέθοδος αποτελεί την ενδεδειγμένη μέθοδο για τον καθορισμό IP address ranges για τα Forefront TMG networks. Ολοκληρώνοντας σώστε τις αλλαγές και κάνετε εφαρμογή (apply) του configuration.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την ρύθμιση (configuration) των network interfaces στον Forefront TMG 2010 firewall, σας προτρέπω να διαβάσετε τα εξαιρετικά άρθρα του Jason Jones τα οποία είναι σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα:

Recommended Network Adapter Configuration for Forefront TMG Standard Edition Servers
Recommended Network Adapter Configuration for Forefront TMG Enterprise Edition Servers
Posted: Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012 9:48 πμ από το μέλος Jordan_Tsafaridis | 1 σχόλια
Δημοσίευση κάτω από:
To Hotfix Rollup 2 για τον Forefront TMG 2010 SP2 είναι διαθέσιμο

Το πλέον ενημερωμένο hotfix rollup για τον Forefront TMG 2010 SP2 είναι πλέον διαθέσιμο. Το update περιλαμβάνει επιδιορθώσεις (fixes) για τα παρακάτω θέματα:

KB2701952 – “Access is denied” status error when you use a delegated user account to try to monitor services in Forefront TMG 2010.

KB2700248 – A server that is running Forefront TMG 2010 may randomly stop processing incoming traffic.

KB2700806 – Connectivity verifier that uses the “HTTP request” connection method may not detect when a web server comes back online in Forefront TMG 2010.

KB2705787 – The Firewall service may intermittently crash when it processes client web proxy requests in a Forefront TMG 2010 environment.

KB2701943 – Error message when you try to join a Forefront 2010 server to an array: “The Operation Failed. Error code – 0×80070002 – the system cannot find the file specified”.

KB2705829 – The Firewall service may stop responding to all traffic on a server that is running Forefront TMG 2010.

KB2694478 – Dynamic Caching may incorrectly delete recently cached objects from a caching server that is running Forefront TMG 2010 or ISA Server 2006.

Μπορείτε να το κατεβάσετε το hotfix rollup 2 για τον Forefront TMG 2010 SP2 από αυτόν τον σύνδεσμο. Μετά την εφαρμογή του συγκεκριμένου update, το Forefront TMG 2010 build number θα είναι το 7.0.9193.540.

Posted: Τρίτη, 8 Μαΐου 2012 9:37 πμ από το μέλος Jordan_Tsafaridis | 0 σχόλια
Δημοσίευση κάτω από:
Επαναφέροντας τον Windows Server 2008 R2 από το μηδέν (Restore to Bare Metal)

Αγαπητοί συνάδελφοι της κοινότητας ο σκοπός του συγκεκριμένου άρθρου είναι να παρουσιάσω τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να επαναφέρουμε (restore) μια εγκατάσταση Windows Server 2008 R2 από αντίγραφο ασφαλείας (back-up) σε ένα καινούριο σύστημα το οποίο δεν έχει λειτουργικό σύστημα εγκατεστημένο (bare metal restore).

Εισαγωγή

Θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι ένα επιτυχές disaster recovery είναι άμεσα συνδεδεμένο με την προετοιμασία η οποία θα πρέπει να λάβει χώρα πριν από την εμφάνιση μιας δυσάρεστης κατάστασης, μιας και όπως έλεγαν και οι αρχαίοι “ενός κακού μύρια έπονται”. Υπάρχουν αρκετοί διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους μπορούμε να επαναφέρουμε έναν Windows server όταν το system drive τεθεί εκτός λειτουργίας. Η διαδικασία την οποία πρόκειται να ακολουθήσουμε είναι πολύ απλή και διακριτή : απλά θα αντικαστήσουμε τον χαλασμένο σκληρό δίσκο, εν συνεχεία θα κάνουμε boot τον server από το Windows installation media, και τέλος θα εκκινήσουμε την διαδικασία του restore. Βεβαίως υπάρχουν ορισμένα θέματα τα οποία θα πρέπει να λάβουμε υπόψην μας τα οποία θα τα παρουσιάσω στην συνέχεια του συγκεκριμένου άρθρου.

Περιβάλλον δοκιμής

Για λόγους απλότητας το περιβάλλον δοκιμής δεν είναι παρά ένα εικονικό περιβάλλον βασισμένο στον Microsoft Hyper-V. Ο server στον οποίο θα κάνουμε restore είναι μια εικονική μηχανή με όνομα SEA-FS1 μέλος του contoso.com domain. Το backup θα αποθηκευθεί σε έναν μοιραζόμενο φάκελο ο οποίος βρίσκεται στον Hyper-V host και στον οποίο αυτή η εικονική μηχανή τρέχει. Αντιστοίχως το "bare metal system" στο οποίο θα γίνει το restore του backup είναι επίσης μια άλλη εικονική μηχανή στην οποία δεν είναι εγκατεστημένο το λειτουργικό σύστημα. Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι τα βήματα τα οποία θα ακολουθήσουμε είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά τα οποία θα κάναμε εάν πρόκειται για το back ενός φυσικού server και αντιστοίχως για το restore σε επίπεδο bare metal.

Δημιουργία αντιγράφου ασφαλείας του Server

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν. Στην παρακάτω Εικόνα 1 εμφανίζεται ο file server πριν από την “καταστροφή” και κρίνεται απαραίτητο να γίνει restore. Το όνομα του server και το domain εμφανίζονται μέσα στον κόκκινο κύκλο καθώς επίσης και στο title bar του παραθύρου Virtual Machine Connection :


Εικόνα 1: Ο
server πριν την καταστροφή (crashed)

Θα κάνουμε εν συνεχεία αντιστοίχιση (map) σε ένα drive letter τον μοιραζόμενο φάκελο (shared folder) με όνομα Backups στον Hyper-V host έτσι ώστε να είμαστε σε θέση να αποθηκεύσουμε το backup στο "δίκτυο - on the network" όταν θα το δημιουργήσουμε:


Εικόνα 2: Προετοιμασία για
back up του server

Εισάγουμε τα credentials για να μας δοθεί πρόσβαση στον μοιραζόμενο φάκελο στον host:


Εικόνα 3: Προετοιμασία για
back up του server

Όπως θα παρατηρήσετε την δεδομένη χρονική στιγμή δεν υπάρχουν backup sets εντός του συγκεκριμένου μοιραζόμενου φάκελου:


Εικόνα 4: Ο φάκελος είναι κενός και δεν υπάρχουν
backup sets.

Αμέσως μετά πληκτρολογούμε "backup" στο Start menu search box για να ενεργοποιήσουμε το Windows Server Backup feature (το οποίο βέβαια θα πρέπει να έχει ήδη εγκατασταθεί στον server πριν το χρησιμοποιήσουμε):


Εικόνα 5: Βήμα 1 της διαδικασίας του
back up του server

Όταν το παράθυρο Windows Server Backup ανοίγει, κάνουμε κλικ στο Backup Once όπως αυτό απεικονίζεται στην παρακάτω εικόνα:


Εικόνα 6: Βήμα 2 της διαδικασίας του
back up του server

Στην σελίδα Backup Options του wizard, βεβαιωθείτε ότι έχετε επιλέξει την επιλογή Different Options:


Εικόνα 7: Βήμα 3 της διαδικασίας του
back up του server

Στην σελίδα Select Backup Configuration, επιλέγουμε Custom:


Εικόνα 8: Βήμα 4 της διαδικασίας του
back up του server

Στην σελίδα Select Items For Backup, κάνουμε κλικ στο Add Items button:


Εικόνα 9: Βήμα 5 της διαδικασίας του
back up του server

Στο πλαίσο διαλόγου Select Items, επιλέγουμε το checkbox με την ονομασία Bar Metal Recovery. Εφαρμόζοντας αυτή την επιλογή θα γίνει αυτόματη επιλογή και όλων των υπολοίπων checkboxes επίσης:


Εικόνα 10: Βήμα 6 της διαδικασίας του
back up του server

Κάνοντας κλικ στο OK μας επιστρέφει στην σελίδα Select Items For Backup. Κάνουμε κλικ στο Next στην σελίδα αυτή:


Εικόνα 11: Βήμα 7 της διαδικασίας του
back up του server

Στην σελίδα Specify Destination Type, επιλέγουμε το Remote Shared Folder:


Εικόνα 12: Βήμα 8 της διαδικασίας του
back up του server

Στην σελίδα Specify Remote Folder, πληκτρολογούμε το UNC path του μοιραζόμενου φακέλου στο "δίκτυο" όπου εκεί πρόκειται να αποθηκεύσουμε τα backups. Το path το οποίο καθορίζουμε είναι το \\HV-1\Backups και αφήνουμε όλες τις άλλες επιλογές στην σελίδα στις default ρυθμίσεις:


Εικόνα 13: Βήμα 9 της διαδικασίας του
back up του server

Στο credential prompt, καθορίζουμε τα credentials για την πρόσβαση στον μοιραζόμενο φάκελο στον host:


Εικόνα 14: Βήμα 10 της διαδικασίας του
back up του server

Μετά από την επισκόπηση της σελίδας Confirmation, κάνουμε κλικ στο Backup για να ξεκινήσει το back up του server:


Εικόνα 15: Βήμα 11 της διαδικασίας του
back up του server

Ο server γίνεται πλέον back up:


Εικόνα 16: Βήμα 12 της διαδικασίας του
back up του server

Το Backup έχει ολοκληρωθεί:


Εικόνα 17: Ο
server έχει γίνει back up

Ανοίγουμε εν συνεχεία το mapped drive στον Explorer για να επιβεβαίωσουμε ότι το backup set βρίσκεται αποθηκευμένο εκεί:


Εικόνα 18: Ο
server πράγματι έχει γίνει back up

Σε αυτό το σημείο κάνουμε shut down τον file server και κλείνουμε την εικονική μηχανή. Τώρα είμαστε για την διαδικασία του restore σε επίπεδο bare metal!

Επαναφορά του Server (Restoring the Server to Bare Metal)

Στην εικόνα 19 όπως αυτή απεικονίζεται παρακάτω, εμφανίζεται μια εικονική μηχανή η οποία ονομάζεται Bare Metal System. Όπως θα παρατηρήσετε όταν δοκιμάζουμε να κάνουμε boot στο system το boot αποτυγχάνει διότι πολύ απλά δεν υπάρχει εγκατεστημένο λειτουργικό σύστημα στην συγκεκριμένη μηχανή:


Εικόνα 19: Η εικονική μηχανή bare metal system δεν έχει εγκατεστημένο λειτουργικό σύστημα

Για να εκκινήσουμε την διαδικασία του recovery, χρειάζεται για να κάνουμε boot το bare metal system να χρησιμοποιήσουμε το Windows media. Λόγω του ότι το σύστημά μας είναι μια εικονική μηχανή, κάνουμε attach μια εικόνα .iso των Windows Server 2008 R2 installation media στα settings της εικονικής μηχανής και αμέσως μετά κάνουμε restart την εικονική μηχανή. Σε λίδα δευτερόλεπτα εμφανίζεται το πλαίσιο διαλόγου Install Windows dialog:


Εικόνα 20: Βήμα 1 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server σε επίπεδο bare metal

Αμέσως μετά κάνουμε κλικ στο Next στην προηγούμενη εικόνα, και εν συνεχεία επιλέγουμε την επιλογή Repair Your Computer η οποία απεικονίζεται κάτω αριστερά όπως αυτόαπεικονίζεται στην παρακάτω εικόνα:


Εικόνα 21: Βήμα 2 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server σε επίπεδο bare metal

Στο πλαίσο διαλόγου System Recovery Options, επιλέγουμε την επιλογή "Restore your computer using a system image that you created earlier":


Εικόνα 22: Βήμα 3 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server σε επίπεδο bare metal

Όταν το πλαίσο διαλόγου Re-image Your Computer εμφανιστεί, κάνουμε κλικ στο Cancel:


Εικόνα 23: Βήμα 4 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server σε επίπεδο bare metal

Σημειώση:
Εάν το backup το οποίο κάνουμε restore βρίσκεται σε ένα σκληρό δίσκο ο οποίος είναι συνδεδεμένος στο σύστημα (για παράδειγμα ένα εξωτερικό USB drive) το πλαίσο διαλόγου Re-image Your Computer δεν πρόκειται να εμφανιστεί. Αντιθέτως θα κατευθυνθείτε απευθείας στην επόμενη οθόνη η οποία απεικονίζεται παρακάτω και στην οποία θα πρέπει να επιλέξετε την πρώτη επιλογή "Use the latest available system image (recommended)" για να προχωρήσει η διαδικασία του restore.

Στην σελίδα Select A System Image Backup, βεβαιωθείτε ότι έχετε επιλέξει την επιλογή Select A System Image και αμέσως μετά κάνουμε κλικ στο Next:


Εικόνα 24: Βήμα 5 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server σε επίπεδο bare metal

Στην επόμενη σελίδα δεν θα πρέπει να εμφανιστούν backups. Ο λόγος είναι ότι τα back up του server βρίσκονται στο δίκτυο (σε ένα μοιραζόμενο φάκελο στον host) και όχι σε ένα τοπικό δίσκο στο σύστημά μας ή σε ένα συνδεδεμένο USB drive. Εάν το back up είναι σε τοπικό δίσκο και όχι στο δίκτυο, θα μπορέσπυμε να συνεχίσουμε την διαδικασία του restore ξεκινώντας από την Εικόνα 30 παρακάτω.

Στην σελίδα η οποία απεικονίζεται παρακάτω, κάνουμε κλικ στο Advanced:


Εικόνα 25: Βήμα 6 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server σε επίπεδο bare metal

Στο πλαίσο διαλόγου το οποίο εμφανίζεται, επιλέγουμε την επιλογή "Search for a system image on the network" όπως αυτή εμφανίζεται παρακάτω:


Εικόνα 26: Βήμα 7 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server σε επίπεδο bare metal

Σημείωση:
Στο συγκεκριμένο περιβάλλον δοκιμής θα πρέπει να γνωρίζετε ότι υπάρχει εν λειτουργία ένας DHCP server και για τούτο τον λόγο το Windows Recovery Environment είναι σε θέση να συνδεθεί στον μοιραζόμενο δικτυακό φάκελο (network share) όπου το backup set είναι αποθηκευμένο.

Στο πλαίσιο διαλόγου Are You Sure το οποίο εμφανίζεται αμέσως μετά κάνουμε κλικ στο Yes:


Εικόνα 27: Βήμα 8 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server σε επίπεδο bare metal

Σημείωση:
Όπως μας προειδοποιεί το παραπάνω πλαίσιο διαλόγου, η διαδικασία restore ενός συστήματος από ένα backup το οποίο είναι αποθηκευμένο στο δίκτυο δεν είναι τόσο ασφαλές όσο από ένα back up το οποίο είναι αποθηκευμένο σε έναν τοπικό δίσκο. Συνεπώς θα πρέπει να λάβετε σοβαρά υπόψην την παρατήρηση αυτή όταν σχεδιάζετε μια υποδομή disaster recover για τους δικούς σας servers!

Πληκτρολογείστε το UNC path στο οποίο βρίσκεται αποθηκευμένο το backup στο δίκτυο:


Εικόνα 28: Βήμα 9 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server σε επίπεδο bare metal

Εισάγουμε τα απαραίτητα credentials για να αποκτήσουμε πρόσβαση στον δικτυακό φάκελο:


Εικόνα 29: Βήμα 10 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server σε επίπεδο bare metal

Μόλις το Windows Recovery Environment έχει συνδεθεί στον δικτυακά μοιραζόμενο φάκελο θα πρέπει αυτομάτως να έχετε διαθέσιμη μία λίστα με τα διαθέσιμα backup στον μοιραζόμενο δικτυακό φάκελο. Επιλέγουμε αυτό το οποίο επιθυμούμε και αμέσως μετά κάνουμε κλικ στο Next όπως απεικονίζεται στην παρακάτω εικόνα:


Εικόνα 30: Βήμα 11 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server σε επίπεδο bare metal

Τώρα επιλέγουμε το backup set από το οποίο θέλουμε να κάνουμε restore:


Εικόνα 31: Βήμα 12 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server σε επίπεδο bare metal

Κάνοντας κλικ στο Next έχει ως αποτέλεσμα την αυτόματη εμφάνιση της σελίδας Choose Additional Restore Options:


Εικόνα 32: Βήμα 13 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server σε επίπεδο bare metal

Εάν κάνουμε κλικ στο Advanced, μπορούμε να δούμε ότι το σύστημα θα κάνει αυτόματα restart αμέσως μόλις η διαδικασία του restore ολοκληρωθεί σε συνδυασμό με έλεγχο στον δίσκο για τυχόν λάθη. Θα αφήσουμε και τις δύο αυτές επιλογές να παραμείνουν επιλεγμένες:


Εικόνα 33: Βήμα 14 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server σε επίπεδο bare metal

Κάνοντας κλικ στο Next ερωτόμαστε να επιβεβαιώσουμε τις επιλογές μας:


Εικόνα 34: Βήμα 15 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server σε επίπεδο bare metal

Κάνουμε κλικ στο Yes για να επιβεβαιώσουμε το YES I DEFINITELY WANT TO RESTORE FROM BACKUP:


Εικόνα 35: Βήμα 16 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server σε επίπεδο bare metal

Αμέσως μετά λαμβάνουμε το παρακάτω μήνυμα λάθους:


Εικόνα 36: Το restore απέτυχε!

Δυστυχώς κάτι πήγε λάθος αλλά τί? Ας ξεκινήσουμε την όλη διαδικασία του restore από την αρχή με σημείο εκκίνησης την εικόνα 19 again...

Αλλά και πάλι λαμβάνουμε ένα διαφορετικό αλλά και πιο σοβαρό μήνυμα λάθους:


Εικόνα 37: Το restore απέτυχε ξανά!!

Κάνουμε κλικ στο Details link στο παραπάνω πλαίσιο διαλόγου και μας εμφανίζεται η παρακάτω απάντηση:


Εικόνα 38: Ευχαριστώ για την συμβουλή

Τελικά τι μπορεί να οδήγησε την διαδικασία στην δημιουργία αυτού του λάθους? Ψάχνοντας λίγο στο διαδίκτυο και συγκεκριμένα μετά από αναζήτηση σε αυτό thread από τα Microsoft TechNet Forums μας δίδεται η απάντηση.

Η απάντηση η οποία δίδεται στα Microsoft TechNet Forums από τον συγκεκριμένο τεχνικό είναι ότι το πρόβλημα οφείλεται στο γεγονός όπως και στην περίπτωσή μας ότι στα settings της εικονικής μηχανής Bare Metal System στον Hyper-V Manager, το virtual hard drive αυτής της μηχανής στην πράξη είναι σε μέγεθος μικρότερο από το μέγεθος του αρχείου VHD του πρωτότυπου συστήματος SEA-FS1.

Δίδαγμα : Βεβαιωθείτε ότι ο σκληρός δίσκος του bare metal system στον οποίο πρόκειται να γίνει restore έχει χωρητικότητα ίση ή μεγαλύτερη από την χωρητικότητα του σκληρού δίσκου του συστήματος το οποίο έχει τεθεί εκτός λειτουργίας.

Για να το διορθώσουμε αυτό το σφάλμα, αποσυνδέουμε το VHD file από την Bare Metal System VM, δημιουργούμε ένα καινούριο VHD με μέγεθος ίσο με αυτό του συνδεδεμένου στην SEA-FS1 VM, και επανεκκινούμε την διαδικασία του restore ξεκινώντας ξανά από την Εικόνα 19, και όπως είναι φυσικό επακκόλουθο η διαδικασία του restore πλέον λειτουργεί κανονικά:


Εικόνα 39: Το restore τώρα δουλεύει σωστά. Τι ανακούφιση!!

Αφότου ολοκληρωθεί η διαδικασία του restore σε επίπεδο bare metal επιτυχώς και η εικονική μηχανή κάνει reboot, κάνουμε log on για να διαπιστώσουμε ότι ο  ανακτημένος (recovered) server έχει το ίδιο όνομα όπως και ο πρωτότυπος server (συγκρίνετε την εικόνα παρακάτω με την εικόνα 1 στην αρχή του συγκεκριμένου άρθρου):


Εικόνα 40: Tο restore ολοκληρώθηκε.

Ελπίζω ότι το συγκεκριμένο άρθρο να το αξιολογήσετε ώς ιδιαίτερα χρήσιμο.

Posted: Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012 11:48 μμ από το μέλος Jordan_Tsafaridis | 0 σχόλια
Δημοσίευση κάτω από:
The Rise of Hyper-V? SolarWinds Hits a Virtual VMware Nerve

Monday, March 26, 2012 | by Bryan Semple

Vendor food fights are sometimes enjoyable to watch provided you are not in the middle. Last week, we saw VMware react to a SolarWinds blog post claiming that Gartner is predicting that 85% of businesses with less than 1,000 employees will be Microsoft Hyper-V shops.  The SolarWinds reference is not quoted, so it is tough to say whether this is accurate or not.  VMware countered with:

 

Gartner states, “By 2015, at least 75% of Hyper-V VMs will be installed in enterprises with fewer than 1,000 employees” in the “VMware vs. Microsoft: Competition for the Cloud Infrastructure” presentation done by Thomas Bittman at the 2011 Gartner Datacenter conference in Dec 2011.

They are saying of all the Hyper-V VMs, 75% of them will be in SMB with <1000 employees. This does not mean that 75% (or 85%) of SMBs will use Hyper-V.


So now the question - does this fact throw down even matter?  Does anyone believe Microsoft will not dominate the low end of the SMB market and gradually crawl their way up the market? 

Bernd Herzog writing for the Virtualization Practice had an interesting post on the future of VMware entitled: "VMware - The Next Microsoft, or the Next Oracle?"   In this posting, Bernd compares the product, pricing, and go to market behavior for these two industry giants.  Bernd argues you have to pick a path since you can't serve two masters.  He goes on to conclude:

 

"that VMware will leave itself open to being eaten from below by Microsoft Hyper-V (especially in Windows only SMB/SME accounts)"


Strong words indeed.   For 2012, we predicted this would be the year of Hypervisor Heterogenity with multiple hypervisors existing in many accounts.  What SolarWinds and Bernd appear to be saying is that there will be more stratification, the co-existence at least in the SMB space. 

All this reminds me of the database wars of the 1990s. IT shops in the 90's identified themselves as either Oracle or Informix or Sybase shops.  Accounts would make standardization decisions for all their database needs.  Today,  I don't think IT organizations look at themselves this way as most have a mix of Oracle databases and Microsoft SQL Server.  Interestingly, Microsoft's dominance through their slow and steady attack on the database market looks very similar to what is about to occur with hypervisors.

So who is right in this food fight?  SolarWinds or VMware?  I don't know who has the right facts.  But I do know that the Microsoft Hyper-V wave seems to be starting. The amount of attention being paid to a product that is not even shipping is impressive.  Organizations should be alert to avoid VMware vendor lock in unless they truly understand all the costs involved with being a single vendor shop.  Just ask all those Oracle customers out there.

Finally, I will close with this tweet from industry blogger Jason Boche that caught my eye on our social monitoring screen (yes Jason, we track your every tweet). 


Windows 8 Hyper-V Feature Glossary
Αγαπητοί συνάδελφοι της κοινότητας σκοπός του συγκεκριμένου άρθρου είναι η καταγραφή και η παρουσίαση σε ένα πίνακα σε συνδυασμό με μια συνοπτική περιγραφή των χαρακτηριστικών τα οποία θα περιλαμβάνει ο επερχόμενος Microsoft Windows Server 8. Ο πίνακας αυτός θα ανανεώνεται κάθε φορά που θα παρουσιάζονται καινούρια χαρακτηριστικά μέχρι την επίσημη παρουσίαση και την έναρξη διάθεσης του Windows Server 8. Ελπίζω ότι θα συμφωνήσετε για την χρησιμότητά του.

Χαρακτηριστικό

Περιγραφή

Active/Active File Share Clusters

Using CSV and a witness as features, you can create an active/active file share failover cluster. This is supported for services that use large file with little metadata access, e.g. Hyper-V. In other words, you can use a file share cluster instead of a SAN for your Hyper-V cluster.

Asymmetric Hyper-V Cluster

A single cluster with Hyper-V and Active/Active File Server roles

BitLocker & HA

The ability to encrypt parent partition disks and cluster shared volumes using BitLocker for physical security of virtual machines and data. Uses a Cluster Name Object (CNO) for locking and unlocking CSVs.

Boot From SAN

VMs can boot from iSCSI or Fibre Channel disks, rather than just the traditional VHD(X)

Cluster Aware Updating

Automate the Windows Update process for clustered hosts. It automatically drains hosts of VMs and patches them in order.

Cluster Scalability

Up to 63 hosts and up to 4,000 VMs

Concurrent Live Migration

Perform many live migrations at once between two hosts, with the only limit being your bandwidth.

Converged Fabrics

Simplified host networking by merging all of the various LAN, SAN, and cluster networks to a reduced number of teamed high bandwidth NICs.

CSVFS

CSVs are easier to backup. Although they are still NTFS, they appear as CSVFS for easier identification as CSVs in disk administration tools.

Data Center Bridging

DCB enables very different networking protocols to run on the same network infrastructure, and therefore helps enable the convergence of LANs and SANs onto a single unified fabric.

Dedup & Thin Provisioning

Windows 8 can use just the storage space that is required by not needlessly storing “empty” space (thin provisioning) or redundant data (de-duplication)

DHCP Guard

Ban DHCP traffic from rogue DHCP services running in VMs.

Direct I/O Backup

VMs on Cluster Shared Volumes (CSVs) can be backed up without Redirected I/O (Mode/Access).

Drain VMs

Easy host maintenance by draining VMs from the host

Dynamic Memory Minimum Memory

Once a VM has booted it can balloon down to the Minimum setting if it is underutilising the memory allocated by the Startup setting.

Dynamic Virtual Machine Queue

DMVQ will dynamically span processing VMQ n/w traffic across more than one CPU. It will automatically scale up and scale down the CPU utilisation based on demand

Extensibale Hyper-V Switch

Replacing the virtual network, this intelligent virtual switch offers extensibility for partners, with products already announced by the likes of Cisco and Brocade.

Failover Prioritisation

Order the failover of VMs based on application dependencies.

Guest Application Monitoring

Configure Failover Clustering to restart or failover VMs based on monitored events that occur inside of the VM.

Guest NUMA

Virtual machines are aware of Non-Uniform Memory Architecture and can schedule processes in accordance with memory placement at the physical layer. Guest NUMA can be customised on a per-VM basis.

High Availability

A feature of Failover Clustering, allowing a service or VM to failover from one host to another, enabling machine fault tolerance and maintenance windows with minimised service downtime.

Host Scalability

160 physical logical processors, up to 2 TB RAM, removal of the 8:1 logical to virtual processor limit.

Hyper-V Replica

Asynchronous replication of virtual machines from one location to another, supporting VSS snapshots, failover, and IP address injection.

IPsec Task Offload

IPsecTO moves this workload from the main host’s CPU to a dedicated processor on the network adapter

Live Migration

Move a virtual machine from one host to another. This does not require Failover Clustering in Windows Server 8.

Live Storage Migration

Physically relocate a VM by first copying it and synchronising I/O until the source and destination are identical. Can leverage Offloaded Data Transfer (ODX) in a SAN to make the process up to 90% faster.

Multi-Tenancy

With features such as Network Virtualisation, PVLANs, and PORT ACLs, you can use Windows 8 Hyper-V in multi-tenant environments such as IaaS public cloud hosting.

Native 4k disk support

This will allow disk alignment for VHDs created on 4k sector physical disks, thus improving performance.

Network Virtualisation

The abstraction of virtual IP address from physical IP address, allowing easier mobility of VMs across fabrics. This is a key feature of multi-tenancy.

NIC Teaming

Team NICs in Windows Server 8 (and Hyper-V) for bandwidth aggregation and network path fault tolerance. The NICs do not need to be from the same manufacturer.

Online Disk Repair

Windows 8 will detect storage faults and incrementally fix them with brief delays to I/O traffic that don’t interrupt it. Should replace the need for offline chkdsk.

Port ACLs

Define allowed communication paths between virtual machines based on IP range or MAC address.

PowerShell

Hyper-V has around 150 built-in PowerShell cmdlets. 100% of features are revealed via PowerShell.

PVLAN

VLANs are slow to configure in the physical network and there is a limit on how many can be configured. Private VLANs allow Hyper-V to replace this physical networking feature.

QoS

Specify maximum limits and minimum guarantees for network communications.

Receive Side Coalescing

RSC aggregates packets from the same TCP/IP flow into one larger packet, reducing per-packet processing costs for faster TCP/IP processing

Receive Side Scaling

RSS allows the receive side network load from a network adapter to be shared across multiple processors

Remote Direct Memory Access

RDMA enables more efficient access of data on file shares.

Resource Metering

Measure CPU, network and memory on a per-VM basis. This data is stored with the VM and moves with the VM.

Single Root I/O Virtualisation

SR-IOV allows a physical NIC to appear to be a number of physical NICs, and allows virtual machine networking to bypass the virtual switch.

SMB 2.2

SMB 2.2 supports RDMA and is in Windows Server 8. Storage of VMs is supported on SMB 2.2. file shares. With NIC teaming, you get multi-channel SMB.

Snapshot Live Merge

You do not have to shut down a VM to merge a snapshot in Windows 8, resolving a major support issue.

Storage Pools

An aggregation of disks without any RAID. They can be as loosely coupled as a bunch of USB drives. The disks can be different sizes. A pool does not appear in Explorer. You can create Storage Spaces from Storage Pools. This is one of the storage types you could use to create a scalable and continuously available active/active file share cluster.

Storage Spaces

A thinly provisioned slice of storage from a storage pool. Can be a 2-copy-mirror (Like RAID 1 in concept and performance), 3-copy-mirror, or parity (like RAID 5 in concept and performance) storage space. Can be lots of spaces in a single pool. A space is divided up into slabs across disks in the pool depending on the fault tolerance chosen. Advanced configuration allows you to choose which pool disks to use.

Unified Tracing

Enables network diagnostics in the Hyper-V Extensible Switch

VHDX

The default virtual disk type, expanding up to 16 TB, and supporting dynamic and fixed types.

Virtual Fibre-Channel Adapter

A host’s fibre channel adapter can be virtualised, thus enabling VMs to have their own WWN and direct access to the SAN.

Virtual Machine Scalability

32 virtual processors, 512 GB RAM

Virtualisation Aware Domain Controllers

Windows Server 8 domain controllers are aware if they are Windows 8 Hyper-V VMs. This prevents USN rollback (VM restore or snapshot application).

Windows 8 Client

Hyper-V is included in the client operating system for free. It’s the same Hyper-V as in the server, offering VM mobility and an easy introduction to Microsoft’s enterprise virtualisation.  The client version of Hyper-V requires Second Level Address Translation (SLAT)  in the CPU (Intel EPT, AMD RVI/NPT).  This is not a requirement in the server version, but it is recommended.

 





Posted: Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012 12:03 μμ από το μέλος Jordan_Tsafaridis | 0 σχόλια
Δημοσίευση κάτω από:
Ο Windows Server 2008 R2 Hyper-V επιβραβεύεται με το BSI EAL 4+ Security Certification
Αγαπητοί συνάδελφοι της κοινότητας σήμερα ο Windows Server 2008 R2 Hyper-V έλαβε την επιβράβευση - πιστοποίηση κατά το BSI EAL 4+ Security Certification. Διαβάστε παρακάτω την ανακοίνωση στην Αγγλική γλώσσα.

Windows Server 2008 R2 Hyper-V has just achieved EAL 4+ security certification from the Federal Office for Information Security (Bundesamtes für Sicherheit in der Informationstechnik – BSI) in Germany. 

According to Wikipedia: EAL4 is the highest level at which it is likely to be economically feasible to retrofit to an existing product line. EAL4 is therefore applicable in those circumstances where developers or users require a moderate to high level of independently assured security in conventional commodity TOEs and are prepared to incur additional security-specific engineering costs.
Posted: Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012 11:43 πμ από το μέλος Jordan_Tsafaridis | 0 σχόλια
Δημοσίευση κάτω από:
Πως μπορούμε χρησιμοποιώντας τον Hyper-V να κατασκευάσουμε μια υποδομή Private Cloud (Μέρος 4ο)

Αγαπητοί συνάδελφοι της κοινότητας στο τέταρτο αυτό μέρος αυτής της σειράς άρθρων έφτασε πλέον η στιγμή να παρουσιάσουμε την διαδικασία εγκατάστασης των Windows από το deployment image το οποίο έχουμε προηγουμένως δημιουργήσει.

Εισαγωγή

Στο προηγούμενο άρθρο της συγκεκριμένης σειράς σας παρουσίασα τον τρόπο με τον οποίο μπορείτε να δημιουργήσετε ένα deployment image και εν συνεχεία την προσθήκη του στο Windows Deployment Service. Παρότι το image το οποίο δημιουργήσαμε είναι εκκινήσιμο (bootable) σε αυτό το χρονικό σημείο ωστόσο στην πραγματικότητα δεν είναι έτοιμο προς χρήση. Με δεδομένη την πρόθεσή μας να δημιουργήσουμε ένα private cloud ο αντικειμενικός στόχος μας είναι να είμαστε σε θέση να δημιουργήσουμε εικονικές μηχανές “on the fly” διαμέσου ενός self-service console. Συνεπώς για να είναι δυνατή η επίτευξη αυτού του στόχο απαιτείται το κάθε deployment image που θα υλοποιήσουμε να γίνει normalized.

Όπως όλοι πιθανώς γνωρίζετε, κάθε εγκατάσταση των Windows περιλαμβάνει πληροφορίες οι οποίες σχετίζονται με το όνομα του υπολογιστή (computer name) καθώς επίσης και μια ταυτότητα SID η οποία καθορίζει με μοναδικό τρόπο τον κάθε υπολογιστή στο δίκτυο. Συνεπώς, οι εικονικές μηχανές οι οποίες τρέχουν τα Windows δεν δύναται να αντιγραφούν (cloned) εφόσον τρέχουν μια κανονική εγκατάσταση των Windows διότι διαδικασία αντιγραφής (Cloning Process) θα οδηγούσε στην ύπαρξη διπλών μηχανών (duplicate machines) στο δίκτυο. Συνεπώς στην περίπτωσή μας, θα πρέπει να κάνουμε normalize το deployment image το οποίο έχουμε ήδη δημιουργήσει. Κατά την εφαρμογή του Normalizing στο image αφαιρείται κάθε μοναδική πληροφορία ταυτοποίησης (uniquely identifying information) έτσι ώστε η εικονική μηχανή να μπορεί να αναπαραχθεί όσες φορές χρειάζεται.

Έχοντας τα παραπάνω υπόψην μας, ας προχωρήσουμε μπροστά δημιουργώντας μια εικονική μηχανή και εν συνεχεία κάνοντας normalize στην συγκεκριμένη εικονική μηχανή χρησιμοποιώντας το deployment image το οποίο έχουμε ήδη δημιουργήσει. Η διαδικασία ξεκινά σε έναν server ο οποίος τρέχει τον Hyper-V στον οποίο δημιουργούμε μια καινούρια εικονική μηχανή. Στην πράξη, φορτώνουμε στην μνήμη τον Hyper-V Manager και εν συνεχεία επιλέγουμε την εντολή New | Virtual Machine από το Actions pane. Όταν ο New Virtual Machine Wizard ξεκινά, κάνουμε κλικ στο Next για να προσπεράσουμε το Welcome screen.

Στα προηγούμενα άρθρα της σειράς δημιουργήσαμε deployment images για τα Windows 7 και για τον Windows Server 2008 R2 αντίστοιχα. Για την συγκεκριμένη παρουσίαση θα χρησιμοποιήσουμε το Windows 7 deployment image. Για τούτο τον λόγο, καθορίζουμε το Windows 7 Image ως το όνομα της εικονικής μηχανής. Αυτή η οθόνη μας δίνει την δυνατότητα της επιλογής αποθήκευσης της εικονικής μηχανής σε διαφορετική διαδρομή δίσκου. Εάν ‘εχουμε καθορίσει συγκεκριμένο αποθηκευτικό μέσο για την αποθήκευση των εικονικών μηχανών τότε προτείνεται η άμεση χρησιμοποιήσή του.

Κάνουμε κλικ στο Next και αυτομάτως ο wizard θα μας ρωτήσει πόση μνήμη RAM θέλουμε να δεσμεύσουμε για την συγκεκριμένη εικονική μηχανή. Προτείνω την δέσμευση τουλάχιστον 1024 MB.

Η επόμενη οθόνη μας ερωτά πια κάρτα δικτύου (network adapter) θα πρέπει να χρησιμοποιήσει η εικονική μηχανή. Εξ ορισμού οι εικονικές μηχανές είναι ρυθμισμένες έτσι ώστε να μην συνδέονται στο δίκτυο. Άρα λοιπόν θα πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι έχουμε επιλέξει μια κάρτα δικτύου πριν κάνουμε κλικ στο Next.

Στην αμέσως επόμενη οθόνη θα μας ζητηθεί να ορίσουμε το μέγεθος του εικονικού σκληρού δίσκου (virtual hard disk) τον οποίο θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε. Προτείνω την χρήση δέσμευση κατελάχιστον 50 GB. Θα πρέπει να λάβετε υπόψην σας ότι ο Hyper-V χρησιμοποιεί την τεχνική του thin provisioning εξ ορισμού, στοιχείο το οποίο σημαίνει ότι ακόμη και αν καθορίσετε το μέγιστο μέγεθος των 2040 GB στην πράξη το αρχείο του εικονικού δίσκου (actual virtual hard disk file) θα έχει μέγεθος το οποίο θα αντιστοιχεί στον όγκο των δεδομένων τα οποία είναι αποθηκευμένα εντός αυτού.

Στην αμέσως επόμενη οθόνη ερωτόμαστε εάν θέλουμε να εγκαταστήσουμε ένα λειτουργικό σύστημα. Θα πρέπει να βεβαιθούμε ότι έχουμε επιλέξει την επιλογή εγκατάστασης του λειτουργικού συστήματος από το δίκτυο (network based installation server), όπως αυτό απεικονίζεται στην Εικόνα 1. Αμέσως μετά κάνουμε κλικ στο Finish για να δημιουργήσουμε την εικονική μηχανή.

Description: http://www.virtualizationadmin.com/img/upl/image0021329160445635.jpg
Εικόνα 1: Πρέπει να παραμετροποιήσουμε την εικονική μηχανή έτσι ώστε να χρησιμοποιεί την εγκατάσταση διαμέσου του δικτύου (
network based installation).

Εγκαθιστώντας τα Windows

Όταν επιστρέψουμε πίσω στην κύρια οθόνη του Hyper-V Manager κάνουμε διπλό κλικ στην μόλις δημιουργηθήσα εικονική μηχανή για κάνουμε επισκόπηση σε αυτήν. Αρχικώς η εικονική μηχανή είναι ανενεργή (powered off), γι’αυτό επιλέγουμε την εντολή Start από το μενού Action για να την ενεργοποιήσουμε. Μετά από ένα χρονικό διάστημα ενός ή το πολύ δύο λεπτών της ώρας η εικονική μηχανή θα αποκτήσει μια IP address από τον DHCP server τον οποίο έχουμε εγκατεστημένο. Μόλις αυτό συμβεί θα πρέπει ταχύτατα να πιέσουμε το πλήκτρο F12 για να ξεκινήσει η διαδικασία του network boot. Σε αυτήν την χρονική στιγμή, η εικονική μηχανή φορτώνει στην μνήμη ένα Windows pre-boot περιβάλλον, το οποίο απεικονίζεται στην Εικόνα 2.

Description: http://www.virtualizationadmin.com/img/upl/image0041329160445635.jpg
Εικόνα 2: Η εικονική μηχανή φορτώνει ένα
pre-boot environment.

Στην παραπάνω οθόνη θα πρέπει να είστε σίγουροι ότι έχετε επιλέξει το σωστό keyboard layout και εν συνεχεία κάνουμε κλικ στην επιλογή Run the Deployment Wizard to Install a New Operating System option. Αμέσως μετά θα σας ζητηθεί να εισάγεται το username,  το domain name, και το password τα οποία θα χρησιμοποιηθούν για την σύνδεση στο δικό σας deployment share.

Μετά την εισαγωγή των, κάνουμε κλικ στο OK. Εν συνεχεία θα μας ζητηθεί να επιλέξουμε το λειτουργικό σύστημα το οποίο θέλουμε να εγκαταστήσουμε, όπως αυτό απεικονίζεται στην Εικόνα 3. Οι επιλογές μας είναι αντίστοιχες των deployment images που έχουν καθοριστεί προηγουμένως.

Description: http://www.virtualizationadmin.com/img/upl/image0061329160445651.jpg
Εικόνα 3: Επιλέγουμε το λειτουργικό σύστημα το οποίο επιθυμούμε να εγκαταστήσουμε
l.

Κάνουμε κλικ στο Next και αυτομάτως θα μας ζητηθεί να εισάγουμε το όνομα του υπολογιστή (computer name). Θα πρέπει να τονίσουμε εδώ ότι το όνομα του υπολογιστή μας είναι αδιάφορο διότι πολύ απλά πρόκειται να κάνουμε normalize στο image, γι’αυτο κάνουμε κλικ στο Next για να αποδεχτούμε το εξ ορισμού όνομα (default name).

Η επόμενη οθόνη μας ρωτά εάν θέλουμε να συνδεδθούμε σε ένα domain. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να συνδεθούμε σε ένα domain στην συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Αντιθέτως θα πρέπει να επιλέξουμε την επιλογή Join a Workgroup και αμέσως μετά κάνουμε κλικ στο Next.

Στην επόμενη οθόνη ερωτόμαστε εάν θέλουμε να κάνουμε επαναφορά των δεδομένων χρήστη (restore user data). Επιλέγουμε την επιλογή Do Not Restore User Data and Settings και κάνουμε κλικ στο Next.

Σε αυτό το σημείο κάνουυμε επαλήθευση για την επιλογή της σωστής γλώσσας, χρόνου νομίσματος και πληκτρολογίου – ( verify that the appropriate language, time and currency format, and keyboard layout) – και κάνουμε κλικ στο Next. Τώρα, μπορούμε να επιλέξουμε την χρονική ζώνη (time zone) και κάνουμε κλικ στο Next.

Η επόμενη οθόνη η οποία θα εμφανιστεί είναι εξόχως σημαντική. Θα πρέπει να επιλέξουμε την επιλογή Capture an Image of this Reference Computer, όπως αυτό απεικονίζεται στην Εικόνα 4. Το πεδίο τοποθεσίας (Location field) θα πρέπει να παραπέμπει στο δικό σας deployment share και θα πρέπει να καθορίσουμε ένα μοναδικό όνομα για το το οποίο πρόκειται να δημιουργήσουμε.

Description: http://www.virtualizationadmin.com/img/upl/image0081329160472401.jpg
Εικόνα 4:
Yπρέπει να δημιουργήσουμε (capture) ένα reference image της συγκεκριμένης εικονικής μηχανής.

Αμέσως μετά κάνουμε κλικ στο Next το οποίο ακολουθείται από το Begin. Το pre-installation environment θα ξεκινήσει την εγκατάσταση των Windows 7 όπως απεικονίζεται στην Εικόνα 5.

Description: http://www.virtualizationadmin.com/img/upl/image0101329160472416.jpg
Εικόνα 5: Τα
Windows 7 εγκαθιστώνται από μια διαδρομή δικτύου (network share).

Μετά την ολοκλήρωση της βασικής διαδικασίας εγκατάστασης των Windows, η εικονική μηχανή απορρίπτει το pre-installation environment και δημιουργεί ένα αρχείο image (.WIM), όπως απεικονίζεται στην Εικόνα 6.

Description: http://www.virtualizationadmin.com/img/upl/image0121329160472416.jpg
Εικόνα 6: Η εικονική μηχανή δημιουργεί ένα αρχείο .
WIM το οποίο βασίζεται στην εγκατάσταση η οποία έχει ολοκληρωθεί πριν από λίγο.

Όπως θα θυμάστε, το pre-installation environment απαιτεί από εμάς να παράσχουμε ένα σύνολο από credentials τα οποία θα χρησιμοποιηθούν για την σύνδεση με το deployment share. Ο λόγος για τον οποίο θα πρέπει να παράσχουμε αυτά τα credentials είναι γιατί το αρχείο .WIM το οποίο δημιουργήθηκε κατά την ολοκλήρωση εγκατάστασης των Windows έχει εγγραφεί στο deployment share χρησιμοποιώντας την διαδρομή την οποία έχουμε εισάγει.

Συμπέρασμα

Τώρα που έχουμε ένα image το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανάπτυξη άλλων εικονικών μηχανών βρισκόμαστε στον σωστό δρόμο όσον αφορά την δημιουργία ενός private cloud. Οι ίδιες οι εικονικές μηχανές τρέχουν επάνω στον Hyper-V. Σε συνέχεια των προηγουμένων άρθρων, σας υπενθυμίζω ότι έχουμε δημιουργήσει  ένα Hyper-V deployment image και αυτό το image μπορεί να συνδυαστεί με την τεχνική την οποία σας παρουσίασα στο συγκεκριμένο άρθρο για να δημιουργήσετε μια σειρά από Hyper-V servers.

Βεβαίως ο Hyper-V αποτελεί απλά μια πλατφόρμα φιλοξενίας εικονικών μηχανών (virtual machine hosting platform). Η πραγματική υποδομή private cloud θα βασιστεί επάνω στον System Center Virtual Machine Manager και στην έκδοση 2.0 του Self Service Portal. Στο επόμενο άρθρο της συγκεκριμένης σειράς θα σας παρουσιάσω τον τρόπο με τον οποίο θα δημιουργήσετε μια υποδομή private cloud. Αργότερα δε, θα σας παρουσιάσω το τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιώντας το image το έχουμ πριν από λίγο δημιουργήσει για να κάνουμε δυναμική δημιουργία (dynamically generate) εικονικών μηχανών μέσα στο private cloud.

Εάν θέλετε να διαβάσετε και τα προηγούμενα άρθρα της συγκεκριμένης σειράς δεν έχετε παρά να κάνετε κλικ στους παρακάτω διαδικτυακούς συνδέσμους:

Πως μπορούμε χρησιμοποιώντας τον Hyper-V να κατασκευάσουμε μια υποδομή Private Cloud (Μέρος 1ο)

Πως μπορούμε χρησιμοποιώντας τον Hyper-V να κατασκευάσουμε μια υποδομή Private Cloud (Μέρος 2ο)

Πως μπορούμε χρησιμοποιώντας τον Hyper-V να κατασκευάσουμε μια υποδομή Private Cloud (Μέρος 3ο)

span style=
Posted: Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012 1:15 μμ από το μέλος Jordan_Tsafaridis | 0 σχόλια
Δημοσίευση κάτω από:
Windows Server 8 Hyper-V (Μέρος 1ο) – Μια σε βάθος ανάλυση των Windows Server 8 Hyper-V εικονικών μηχανών

Αγαπητοί συνάδελφοι της κοινότητας σκοπός του συγκεκριμένου άρθρου είναι η δημιουργία μιας εικονικής μηχανής  ( virtual machine) χρησιμοποιώντας τον Windows Server 8 Hyper-V.

Εισαγωγή

Πριν από μερικούς μήνες η Microsoft έθεσε στην διάθεση του κοινού την έκδοση preview των επερχομένων Windows Server 8, στα οποία περιλαβάνεται και η καινούρια έκδοση του Hyper-V. Είναι γεγονός ότι έχουν γραφτεί πολλά σχετικά με το καινούριο Hyper-V αλλά τελικώς ήθελα να διαπιστώσω ιδίοις όμασι  τις δυνατότητες της καινούριας αυτής έκδοσης. Για τον λόγο αυτό χρησιμοποίησα έναν διακομιστή (Server) Dell PowerEdge R610 στον οποίο εγκατέστησα τον Windows Server 8 Developer Preview.

Ο συγκεκριμένος διακομιστής έχει τα παρακάτω τεχνικά χαρακτηριστικά:

  • 2 x quad core Inter Xeon Ε5620 processors.
  • 32 GB RAM.
  • 2 x 300 GB 10K RPM SAS disk.
  • Σύνδεση σε ένα Dell/EMC AX4-5F Fibre Channel storage array.

Η πρώτη μου ενέργεια ήταν η εγκατάσταση του Hyper-V role στον διακομιστή (server). Η διαδικασία αυτή δεν έχει αλλάξει σημαντικά σε σχέση με τον Windows Server 2008 R2, και γι’αυτόν τον λόγο δεν θα αναφερθώ σε αυτήν. Αντιθέτως αυτό το οποίο θα προσπαθήσω να καλύψω εκτενώς είναι η δημιουργία και η παραμετροποίηση μιας εικονικής μηχανής στον Windows Server 8 Hyper-V. Σε αυτό το πρώτο μέρος της συγκεκριμένης σειράς άρθρων θα ασχοληθούμε με την δημιουργία του αρχικού virtual switch το οποίο είναι απαραίτητο μιας και θα το χρησιμοποιούν οι εικονικές μηχανές για να επικοινωνούν με το δίκτυο και αμέσως μετά θα προχωρήσουμε στην διαδικασία δημιουργίας μιας καινούριας εικονικής μηχανής. Αντιστοίχως στο δεύτερο μέρος θα παρουσιάσουμε αναλυτικά κάθε ένα ξεχωριστά τα  configuration option της καινούριας εικονικής μηχανής την οποία πρόκειται να δημιουργήσουμε.

Ενεργοποιώντας την δικτυακη υποδομή

Πριν προχωρήσουμε στην διαδικασία δημιουργίας της πρώτης μας εικονικής μηχανής στον Hyper-V 3.0, πρωτίστως χρειζόμαστε να δημιουργήσουμε ένα εικονικό (virtual) switch πάνω στο οποίο η εικονική μηχανή δύναται να συνδεθεί. Μέχρι να υλοποίησουμε το παραπάνω, το σημείο στο οποίο μας ζητείται κατά την διαδικασία δημιουργίας της εικονικής μηχανής στο οποίο μας ζητείται να συνδέσουμε (attach) την VM σε ένα δίκτυο δεν θα περιλαμβάνει κανένα δίκτυο για να συνδεθεί.

Όπως απεικονίζεται και στην Εικόνα 1 παρακάτω, μπορείται να παρατηρήσετε ότι έχω δημιουργήσει ένα εικονικό (virtual) switch το οποίο το έχω ονομάσει External network το οποίο με την σειρά του είναι συνδεδεμένο με το εξωτερικό δίκτυο. Για να το υλοποιήσω αυτό, ενεργοποιούμε τον Virtual Switch Manager και εν συνεχεία επιλέγουμε την επιλογή Create virtual switch. Στο σημείο αυτό αποδεχόμαστε τα προτεινόμενα (defaults) και διασφαλίζουμε ότι αυτό το καινούριο εικονικό switch είναι σε μια φυσική κάρτα δικτύου (physical network adapter) η οποία με την σειρά της διαχειρίζεται την διασύνδεση με το εξωτερικό δίκτυο (external network connectivity).


Εικόνα 1: Ο
Virtual Network Manager

Σε ένα σύστημα με εγκατεστημένο τον Hyper-V 3.0, υπάρχουν διαθέσιμα ορισμένα ακόμη virtual network extensions με τα αοποία μπορούμε να δουλέψουμε. Αυτά απεικονίζονται στην Εικόνα 2.

  • Microsoft NDIS Capture. Ένας οδηγός ο οποίος επιτρέπει την “σύλληψη” – (capturing) – της δικτυακής πληροφορίας η οποία διατρέχει το συγκεκριμένο virtual switch.
  • Microsoft Windows Filtering Platform. Για το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό παραθέτω αυτούσια την ορισμό όπως αυτός δίδεται από την Microsoft διότι η μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα θα ήταν παρακινδυνευμένη. “Windows Filtering Platform (WFP) is a network traffic processing platform… consists of a set of hooks into the network stack and a filtering engine that coordinates network stack interactions.” The filtering platform provides a standardized method by which Microsoft and third party vendors can implement filtering modules that meet specific needs.


Εικόνα 2: Τα
Virtual switch extensions

Δημιουργία της εικονικής μηχανής

Τώρα που έχουμε δημιουργήσει το δίκτυο πάνω στο οποίο μπορούν να συνδεθούν οι εικονικές μηχανές, είμαστε πλέον σε θέση να δημιουργήσουμε την πρώτη μας εικονική μηχανή. Εάν έχετε ήδη χρησινοποιήσει τον Hyper-V, θα γνωρίζετε ότι η διαδικασία αυτή είναι wizard-driven. Για την εκκίνηση του wizard, κάνουμε δεξί κλικ στον Hyper-V host server και αμέσως μετά από το shortcut menu, επιλέγουμε New > Virtual Machine (Εικόνα 3).


Εικόνα 3: Δημιουργία μιας καινούριας εικονικής μηχανής

Όπως ανέφερα και προηγουμένως, η επιλογή αυτή θα εκκινήσει τον wizard. Στην πρώτη σελίδα του wizard, δεν υπάρχουν και πολλά πράγματα να δείτε. Απλώς το μόνο το οποίο θα πρέπει να κάνετε είναι κλικ στο Next button για να προχωρήσετε (Εικόνα 4).


Εικόνα 4: Εισαγωγικές πληροφορίες

Εν συνεχεία θα ερωτηθούμε, για τον καθορισμό του ονόματος της καινούριας αυτής εικονικής μηχανής και φυσικά θα θα μας ζητηθεί να επιλέξουμε την διαδρομή δίσκου στην οποία θα αποθηκεύσουμε την εικονική μηχανή. Εάν τσεκάρουμε το αντίστοιχο checkbox, όπως αυτό απεικονίζεται στην Εικόνα 5, τότε μας δίδεται η δυνατότητα επιλογής της τοποθεσίας αποθήκευσης των αρχείων της εικονικής μηχανής διότι σε διαφορετική περίπτωση τότε αυτόματα επιλέγεται η εξορισμού τοποθεσία (default location).

Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, ή θα πρέπει να γίνει επανακαθορισμός της εξορισμού τοποθεσίας (default location) στην οποία σκοπεύουμε να αποθηκεύουμε τις εικονικές μηχανές (κάτι το οποίο μπορεί να γίνει από την σελίδα Hyper-V Settings). Σε κάθε άλλη περίπτωση θα πρέπει για κάθε μία ξεχωριστά VM, να καθορίζουμε την τοποθεσία αποθήκευσης διότι πολύ απλά σε παραγωγικά επιχειρησιακά περιβάλλονταχρησιμοποιούται non-local storage για τις εικονικές μηχανές.


Εικόνα 5:  Προσδιορισμός ονόματος και τοποθεσία της καινούριας εικονικής μηχανής

Κάθε εικονική μηχανή χρειάζεται RAM και στην επόμενη σελίδα του wizard μας δίδεται η δυνατότητα να ορίσουμε το ποσό της μνήμης RAM το οποίο θέλουμε να διαθέσουμε για την καινούρια VM. Όπως γίνεται άμεσα αντιληπτό  παρατηρώντας την Εικόνα 6, ορίζω (allocating) το ποσό των 2 GB of RAM για την καινούρια μου εικονική μηχανή.

Επιπροσθέτως σε αυτή την σελίδα, θα παρατηρήσετε την επιλογή με τον διακριτικό τίτλο Enable-Hyper-V to manage the amount of memory dynamically for this VM. Όταν αυτή η επιλογή είναι ενεργοποιημένη επιτρέπουμε στον Hyper-V να διαχειρίζεται προληπτικά την μνήμη έτσι ώστε να χρησιμοποιείται η host RAM πιο αποδοτικά επιτρέποντας την αύξηση του αριθμού των εικονικών μηχανών οι οποίες δύναται να τρέχουν ταυτόχρονα σε έναν και μοναδικό host.


Εικόνα 6: Ρύθμιση επιλογών μνήμης της καινούριας εικονικής μηχανής

Όπως είναι φυσικό κάθε καινούρια εικονική μηχανή χρειάζεται έναν τρόπο ή καλύτερα ένα μέσον για να επικοινωνεί με άλλους διακομιστές (servers) καθώς επίσης και με τον έξω κόσμο. Αυτό είναι το έργο της διασύνδεσης δικτύου (network connection). Συνεπώς επιλέγουμε την διασύνδεση δικτύου από την σελίδα Configure Networking του wizard, όπως απεικονίζεται στην Εικόνα 7. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να παρατηρήσετε ότι συνέδεσα την συγκεκριμένη εικονική μηχανή στο external network virtual switch το οποίο δημιούργησα στην αρχή του συγκεκριμένου άρθρου.


Εικόνα 7: Επιλογή δικτύου στο οποίο θέλουμε να συνδέσουμε την συγκεκριμένη εικονική μηχανή

Εν συνεχεία η εικονική μηχανή χρειάζεται αποθηκευτικό μεσο (storage). Στο σημείο αυτό έχουμε τρεις επιλογές. Μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα καινούριο εικονικό δίσκο (virtual hard drive), να χρησιμοποιήσουμε ένα ήδη υπάρχον εικονικό δίσκο ή να επιλέξουμε το μέσο αποθήκευσης (storage device) σε κάποια άλλη στιγμή. Στην εικόνα 8, όπως θα διαπιστώσετε δημιούργησα έναν καινούριο εικονικό δίσκο κάνοντας χρήση των εξ ορισμού ρυθμίσεων (using the defaults), βάση των οποίων το μέγεθος καθορίζεται στα 127 GB. Σημειώστε επίσης ότι η τοποθεσία (location) και το όνομα του εικονικού δίσκου αποτελούν επίσης default entries. Επιπροσθέτως η καινούρια αυτή εικονική μηχανή χρησιμοποεί την καινούρια διαμόρφωση εικονικών δίσκων της Microsoft το VHDX format, το οποίο επιτρέπει την δημιουργία ενός virtual drive με τάξη μεγέθους εως και τα 16 TB.


Εικόνα 8: Επιλογή του virtual storage option

Με γνώμονα ότι έχουμε ολοκληρώσει την επιλογή μνήμης, αποθηκευτικού μέσου και του δικτύου βρισκόμαστε στο σημείο στο οποίο θα πρέπει να υποδείξουμε στον Hyper-V τι πρόκειται να κάνουμε με το θέμα του λειτουργικού συστήματος. Έτσι λοιπόν μπορούμε να πούμε στον Hyper-V ότι θέλουμε να επιλέξουμε το λειτουργικό σύστημα αργότερα, κάτι το οποίο ήταν και η δική μου επιλογή όπως αυτή απεικονίζεται στην Εικόνα 9. Εναλλακτικά μπορούμε να ενημερώσουμε τον Hyper-V ότι θα χρησιμοποιήσουμε ένα ISO image αρχείο είτε ότι θα χρησιμοποιήσουμε ένα physical host-based installation media. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυνατόν να έχουμε το installation media αποθηκευμένο σε ένα CD-ROM, DVD-ROM ή να επιλέξουμε να εγκαταστήσουμε το λειτουργικό σύστημα από έναν network-based installation server.


Εικόνα 9: Επιλογή εγκατάστασης του λειτουργικού συστήματος

Με την ολοκλήρωση όλων των επιλογών μας αυτομάτως ο wizard μας παρουσιάζει μια οθόνη περίληψης στην οποία μπορούμε να δούμε συνοπτικά όλες τις επιλογές μας. Εφόσον είμαστε βέβαιοι για την ορθότητα των επιλογών μας για την δημιουργία της εικονικής μας μηχανής τότε κάνουμε κλικ στο κουμπί Finish.


Εικόνα 10: Επαλήθευση των επιλογών μας στην σελίδα
Summary

Αμέσως μετά την δημιουργία της εικονικής μηχανής θα παρατηρήσετε ότι αυτή είναι πλέον καταχωρημένη στο Virtual Machines box του Hyper-V Manager. Βεβαίως στην δεδομένη χρονική στιγμή η εικονική μας μηχανή βρίσκεται σε κατάσταση Off όπως απεικονίζεται στην Εικόνα 11.


Εικόνα 11: Η καινούρια εικονική μηχανή έχει δημιουργηθεί

Συμπέρασμα

Ολοκληρώνοντας έχοντας ήδη δημιουργήσει την εικονική σας μηχανή μπορείται να την εκκινήσετε και να ξεκινήσετε την χρήση της. Κατα την άποψή μου θα πρέπει να εξερευνήσουμε διεξοδικά την πληθώρα επιλογών οι οποίες βρίσκονται στην διάθεσή μας για την πλήρη παραμετροποίηση του καινούριου μας συστήματος. Αυτό θα είναι το αντικείμενο για τα επόμενα άρθρα της συγκεκριμένης σειράς.


Posted: Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012 8:44 μμ από το μέλος Jordan_Tsafaridis | 0 σχόλια
Δημοσίευση κάτω από:
Πολλαπλά Vulnerabilities στο Apple Mac OS X είναι δυνατόν να επιτρέπουν το Remote Code Execution

OCS ADVISORY NUMBER:
2012-006

DATE(S) ISSUED:
02/03/2012

SUBJECT:
Multiple Vulnerabilities in Apple Mac OS X Could Allow Remote Code Execution

OVERVIEW:

Multiple vulnerabilities have been discovered in Apple's OS X and OS X Server that could allow remote code execution. OS X is a desktop operating system for the Apple Mac. OS X Server is a server operating system for the Apple Mac.

These vulnerabilities can be exploited if a user visits or is redirected to a specially crafted webpage or opens a specially crafted file, including an e-mail attachment, while using a vulnerable version of OS X. Successful exploitation could result in an attacker gaining the same privileges as the logged on user. Depending on the privileges associated with the user, an attacker could then install programs; view, change, or delete data; or create new accounts with full user rights.

SYSTEMS AFFECTED:

  • OS X Lion 10.7 through 10.7.2
  • OS X Lion Server 10.7 through 10.7.2
  • Mac OS X 10.6.8
  • Mac OS X Server 10.6.8

RISK:
Government:

  • Large and medium government entities: High
  • Small government entities: High

Businesses:

  • Large and medium business entities: High
  • Small business entities: High

Home users: High

DESCRIPTION:
Multiple vulnerabilities have been discovered in Apple's OS X that could allow both remote and local code execution. These vulnerabilities can be exploited if a user visits or is redirected to a specially crafted webpage or opens a specially crafted file, including an e-mail attachment, while using a vulnerable version of OS X.

Apple has identified the following vulnerabilities:

A vulnerability exists in the Address Book application in OS X Lion v10.7.2 or earlier. This issue exists because the application will attempt an unencrypted connection to obtain CardDAV data if an encrypted connection fails. Attackers can exploit this issue by performing a man in the middle attack or by intercepting the unencrypted data at strategic network locations. Successful exploitation could result in the theft of address book contact information. This issue affects OS X Lion v10.7 to v10.7.2, OS X Lion Server v10.7 to v10.7.2 (CVE-2011-3444)

An unspecified memory management issue exists in the Font Book application due the improper handling of certain data-font files. To exploit this issue, an attacker creates a specially crafted data-font file and distributes that file to unsuspecting users. When the user opens the file with Font Book, the exploit is triggered. Successful exploitation could result in remote code execution. This issue affects Mac OS X v10.6.8, Mac OS X Server v10.6.8, OS X Lion v10.7 to v10.7.2, OS X Lion Server v10.7 to v10.7.2. (CVE-2011-3446)

An issue exists in the CFNetwork’s handling of malformed URLs which could lead to information disclosure. When accessing a maliciously crafted URL, CFNetworkcould send the request to an incorrect origin server. To exploit this issue, an attacker distributes a specially crafted URL to unsuspecting users. When a user visits the URL, certain information could be relayed to the attacker. Successful exploitation could result in information disclosure which could be used to aid additional attacks. This issue affects OS X Lion v10.7 to v10.7.2, OS X Lion Server v10.7 to v10.7.2 (CVE-2011-3246)

An integer overflow vulnerability exists due to the way CFNetwork handles certain images with embedded ColorSynch information. To exploit this issue, an attacker distributes a specially crafted image file to unsuspecting users. When the file is executed, the exploit triggers. Successful exploitation could result in remote code execution. This issue affects OS X Lion v10.7 to v10.7.2, OS X Lion Server v10.7 to v10.7.2  (CVE-2011-3447) and Mac OS X v10.6.8, Mac OS X Server v10.6.8 (CVE-2011-0200)

A buffer overflow vulnerability exists in a CoreAudio component of Mac OS X v10.6.8 and Mac OS X Server v10.6.8 due to the improper handling of certain encoded audio streams. The specifics of how this vulnerability can be exploited are unclear. However, successful exploitation does in involve the execution of a specially crafted audio content and could result in remote code execution. (CVE-2011-3252)
  
A heap buffer overflow exists in a CoreMedia component of OS X due to the improper handling on H.264 encoded movie files. To exploit this issue, an attacker distributes a specially crafted movie file to unsuspecting users. When the file is executed, the exploit is triggered. Successful exploitation could result in remote code execution. This issue affects Mac OS X v10.6.8, Mac OS X Serverv10.6.8, OS X Lion v10.7 to v10.7.2, OS X Lion Server v10.7 to v10.7.2. (CVE-2011-3448)

An unspecified after free issue exists in the handling of certain font files. To exploit this issue, an attacker creates and distributes a specially crafted file that uses the vulnerable fonts. When the file is execution the exploit occurs. Successful exploitation could result in remote code execution. This issue affects Mac OS X v10.6.8, Mac OS X Server v10.6.8, OS X Lion v10.7 tov10.7.2, OS X Lion Server v10.7 to v10.7.2 (CVE-2011-3449)

An unbounded stack allocation issue exists in CoreUI’s handling of long URLs. To exploit this issue, an attacker creates and distributes a specially crafted website designed to leverage the issue. When a user visits the website the exploit is triggered. Successful exploitation could result in remote code execution. This issue affects OS X Lion v10.7 to v10.7.2, OS X Lion Server v10.7 to v10.7.2 (CVE-2011-3450)

An unspecified buffer overflow vulnerability exists in the “uncompress� command line tool. To exploit this issue, an attacker distributes a specially crafted compressed file. When the file is uncompressed via command line, the exploit is triggered. Successful exploitation could result in remote code execution. This issue affects Mac OS X v10.6.8, Mac OS X Server v10.6.8, OS X Lion v10.7 tov10.7.2, OS X Lion Server v10.7 to v10.7.2 (CVE-2011-0241)

A buffer overflow exists in libtiff's handling of ThunderScan encoded TIFF image files and libpng v1.5.4’s handling of certain PNG files. To exploit this issue, an attacker distributes a specially crafted TIFF file or PNG file. When the file is executed, the exploit is triggered. Successful exploitation could result in code execution. This issue affects Mac OS X v10.6.8, Mac OS X Server v10.6.8, OS X Lion v10.7 to v10.7.2, OS X Lion Server v10.7 to v10.7.2 (CVE-2011-1167, CVE-2011-3328)

An unspecified issue exists in Libinfo's handling of hostname lookup requests. Libinfo could return incorrect results for a specially crafted hostname. To exploit this issue, an attacker creates a specially crafted website and distributes a link to unsuspecting users. When a user visits the site, the exploit is triggered. Successful exploitation could result in remote code execution. This issue affects OS X Lion v10.7 to v10.7.2, OS X Lion Server v10.7 to v10.7.2 (CVE-2011-3441)

An unspecified integer overflow exists in the parsing of certain DNS resource records. The details of how this vulnerability can be exploited are unavailable. Successful exploitation could allow remote code execution. This issue affects Mac OS X v10.6.8, Mac OS X Server v10.6.8, OS X Lion v10.7 tov10.7.2, OS X Lion Server v10.7 to v10.7.2 (CVE-2011-3453)

Multiple memory corruption issues exist in OpenGL™s handling of GLSL compilation. The details of how this vulnerability can be exploited are unclear. However, successful exploitation could result in arbitrary code execution. This issue affects Mac OS X v10.6.8, Mac OS X Server v10.6.8, OS X Lion v10.7 to v10.7.2, OS X Lion Server v10.7 to v10.7.2 (CVE-2011-3457)

Multiple buffer overflow and memory corruption vulnerabilities exist in QuickTime which could allow remote code execution. To exploit these vulnerabilities, an attacker distributes a specially crafted movie or image file to unsuspecting users. When the file is executed the exploit is triggered. Successful exploitation could result in arbitrary code execution. This issue affects Mac OS X v10.6.8, Mac OS X Server v10.6.8, OS X Lion v10.7 to v10.7.2, OS X Lion Server v10.7 to v10.7.2 (CVE-2011-3458, CVE-2011-3248, CVE-2011-3459, CVE-2011-3250, CVE-2011-3460,CVE-2011-3249)

An issue exists in the Time Machine application that could allow attackers to gain unauthorized access to system backups. The user may designate a remote AFP volume or Time Capsule to be used for Time Machine backups. Time Machine did not verify that the same device was being used for subsequent backup operations. An attacker who is able to spoof the remote volume could gain access to new backups created by the user's system. This issue affects OS XLion v10.7 to v10.7.2, OS X Lion Server v10.7 to v10.7.2. (CVE-2011-3462)

An issue exists in WebDAV Sharing's handling of user authentication. A user with a valid account on the server or one of its bound directories could cause the execution of arbitrary code with system privileges. The details of how this vulnerability can be exploited are unavailable. This issue affects OS X Lion Server v10.7 to v10.7.2 (CVE-2011-3463)

A memory corruption issue existed in FreeType's handling of Type 1 fonts. To exploit this issue, an attacker distributes a specially crafted PDF file which utilizes the vulnerable font. When a user opens the file, the exploit is triggered. Successful exploitation could result in remote code execution. This issue affects Mac OS X v10.6.8, Mac OS X Server v10.6.8, OS X Lion v10.7 to v10.7.2, OS X Lion Server v10.7 to v10.7.2 (CVE-2011-3256)

Successful exploitation of these vulnerabilities could result in an attacker gaining the same privileges as the logged on user. Depending on the privileges associated with the user, an attacker could then install programs; view, change, or delete data; or create new accounts with full user rights.  Failed attempts could result in a denial-of-service.

RECOMMENDATIONS:
We recommend the following actions be taken:

  • Apply appropriate patches provided by Apple to affected systems immediately after appropriate testing.
  • Remind users not to download or open files from un-trusted websites.
  • Remind users not to open e-mail attachments from unknown users or suspicious e-mails from trusted sources.
  • Remind users not to visit un-trusted websites or follow links provided by unknown or un-trusted sources.
  • Run all software as a non-privileged user (one without administrative privileges) to diminish the effects of a successful attack.
  • Permit local access for trusted individuals only. Where possible, use restricted environments and restricted shells. 

REFERENCES:
Apple:
http://support.apple.com/kb/HT5130

Security Focus:
http://www.securityfocus.com/advisories/23952
http://www.securityfocus.com/bid/51807
http://www.securityfocus.com/bid/51808
http://www.securityfocus.com/bid/51809
http://www.securityfocus.com/bid/51810
http://www.securityfocus.com/bid/51811
http://www.securityfocus.com/bid/51812
http://www.securityfocus.com/bid/51813
http://www.securityfocus.com/bid/51814
http://www.securityfocus.com/bid/51815
http://www.securityfocus.com/bid/51816
http://www.securityfocus.com/bid/51817
http://www.securityfocus.com/bid/51818

CVE:
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3444
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3446
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3246
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3447
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-0200
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3252
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3448
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3449
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3459
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-0241
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3328
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-1167
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3441
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3453
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3457
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3249
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3460
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3250
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3459
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3248
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3458
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3462
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3463
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3256
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3450

Posted: Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012 2:18 μμ από το μέλος Jordan_Tsafaridis | 0 σχόλια
Δημοσίευση κάτω από:
Ανακαλύφθηκε νέο πρόβλημα ασφαλείας στα iPhone!
Τελευταία ενημέρωση: 23.02.2012 | 15:58
Πρώτη δημοσίευση: 23.02.2012 | 15:49

Χρήστες ανακάλυψαν ακόμα ένα κενό ασφαλείας (bug) στο iOS λειτουργικό που χρησιμοποιούν οι συσκευές τις Apple.

To κενό ασφαλείας αυτό, επιτρέπει σε κάποιον να παρακάμψει την προστασία του κωδικού του χρήστη (passcode) και να αποκτήσει περιορισμένη πρόσβαση στις επαφές του καθώς και στις πρόσφατες κλήσεις.
 
Μπορεί να μην είναι και πολύ σοβαρό πρόβλημα όμως πολλοί είναι αυτοί που δεν θέλουν τρίτους να έχουν πρόσβαση στα δεδομένα της συσκευής τους.
 
Σύμφωνα με το βίντεο που μπορείτε να δείτε παρακάτω, το μόνο που έχει να κάνει κάποιος είναι να βάλει και να βγάλει την κάρτα SIM την ώρα που το τηλέφωνο είναι σε αναμονή κι έχει κάποια αναπάντητη.
 
Φυσικά απαραίτητη προϋπόθεση είναι να έχει εγκατεστημένο το iOS 5 όμως το πιο πιθανό είναι η Apple να το διορθώσει στο επόμενο update...

Πηγή : http://www.newsit.gr/default.php?pname=Article&art_id=123899&catid=14

Posted: Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012 2:11 μμ από το μέλος Jordan_Tsafaridis | 0 σχόλια
Δημοσίευση κάτω από:
Τι είναι πραγματικά το Cloud Computing? – Μία διαφορετική προσέγγιση

Τι είναι το cloud computing? Εάν ρωτήσετε έναν καταναλωτή, έναν CIO, ή έναν πωλητή είναι σίγουρο ότι θα λάβετε απαντήσεις οι οποίες διαφέρουν ριζικά μεταξύ τους.

Ένας καταναλωτής (consumer) τυπικά σκεπτόμενος θα απαντήσει ότι το cloud αποτελεί μια φιλοξενούμενη υπηρεσία (hosted service), όπως για παράδειγμα το Microsoft Office 365, και το Apple iCloud, ή η μεταφόρτωση (uploading) εικόνων στο Photobucket, καθώς επίσης και άλλες υπηρεσίες τέτοιου είδους (Θα πρέπει βέβαια να λάβετε υπόψην σας ότι τέτοιες υπηρεσίες υπήρχαν εδώ και αρκετό καιρό διαθέσιμες πριν γίνει της μόδας η επικόλληση της ετικέττας “cloud” σε αυτές τις υπηρεσίες).

Ορισμένα ενημερωτικά άρθρα για επιχειρήσεις περιγράφουν το cloud computing ως μια μεταστροφή εξόδων κεφαλαίου (Capital Expense) σε λειτουργικά έξοδα (Operating Expense), ενώ άλλοι μιλούν για τη μετάβαση από ένα προϊόν σε μια υπηρεσία. Αλλά για έναν διευθυντή CIO ή IT, τι ακριβώς σημαίνουν όλα αυτά και πώς μπορεί κανείς να φτάσει εκεί;

Description: http://www.blueshiftblog.com/wp-content/uploads/2011/11/cloud_question_mark-300x224.jpg

Πού είναι αυτό το παροιμιώδες «σύννεφο» (“Cloud”) και πώς μπορώ να φτάσω εκεί;

Μερικοί CIO τείνουν να αντιλαμβάνονται το σύννεφο σαν την εξωτερική ανάθεση μεγάλων τμημάτων των υποδομών πληροφορικής ενός οργανισμού σαν  υπηρεσία/εξωτερικό εργαλείο (μετά από όλα αυτά τελικά τι σημαίνει ο όρος CIO? Μήπως την παρακάτω σατυρική ερμηνεία? Δηλαδή  Can I Outsource?”, Συμφωνείτε?). Αλλά το ερώτημα είναι εάν ένας οργανισμός θα πρέπει να επαφύεται/αναθέτει στην ικανότητα ενός τρίτου και των υποδομών του για να εφαρμόσει και να παρέχει υπηρεσίες/έννοιες του cloud computing, ή τελικώς αυτό μπορεί να επιδιωχθεί στο πλαίσιο των υφιστάμενων υποδομών? Από την άλλη πλευρά, εάν ένας οργανισμός έχει ήδη εφαρμώσει το virtualization (σε κάποιο βαθμό), μερικοί αναρωτιούνται γιατί θα πρέπει να εξετάσουμε το cloud computing?

Πολλοί από τους ορισμούς του cloud computing που έχω ακούσει έχουν ένα και μόνον στοιχείο της αλήθειας σε αυτούς, με αποτέλεσμα η αποδιδόμενη ορολογία να είναι ελλειπής και συχνά αφήνουν τους ανθρώπους που θέλουν να μάθουν περισσότερα να έχουν αποτύχει να συλλάβουν ποια είναι πραγματικά η ουσία του cloud computing. Στο κομβικό αυτό σημείο η προσπάθειά μου είναι να απλοποιήσω τον ορισμό του τι είναι το cloud computing έτσι ώστε να καταστεί ευκολονόητος, ορίζοντας τους τρεις του βασικούς πυλώνες;

Το Cloud Computing είναι.....

Συνεπώς ποια είναι τα τρία κύρια συστατικα/χαρακτηριστικά του cloud computing?  Abstraction (Αφαίρεση), Automation (Αυτοματισμός) και Agility (Ευκινησία).

Description: http://www.blueshiftblog.com/wp-content/uploads/2011/11/3pillars-1024x679.png

Ας ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά σε κάθε ένα από αυτά τα τρία συστατικά του cloud computing. Μετά από μια ενδελεχή συζήτηση αυτών των τριών (3) στοιχείων είμαι σίγουρος ότι θα μας δώσει τις απαντήσεις τις οποίες ζητούμε σε ορισμένες από τις αρχικές ερωτήσεις σχετικά με τα διάφορα μοντέλα στα οποία θα βρείτε το cloud computing να χρησιμοποιείται.

Abstraction (Αφαίρεση)

Με τον όρο Αφαίρεση ουσιαστικά αναφαιρόμαστε στην απελευθέρωση του φόρτου εργασίας και των εφαρμογών (liberating workloads and applications ) από τα φυσικά όρια του υλικού του διακομιστή (server hardware). Στο παρελθόν είχαμε server που φιλοξενούσε μια και  μόνο μία εφαρμογή (εξ ου και η εστίασή μας μερικές φορές σε διακομιστές και όχι εφαρμογές). Το Virtualization παρέχει αυτήν την αφαίρεση διαχωρίζοντας τον φόρτο εργασίας (workload) από το υλικό του διακομιστή (server hardware), εξαλείφοντας τα όρια του υλικού (eliminating hardware boundaries), και τις εξαρτήσεις παρέχοντας την κινητικότητα του φόρτου εργασίας (workload mobility). Αυτή η κινητικότητα μπορεί να επεκταθεί μετακινώντας φόρτο εργασίας από τα εσωτερικά κέντρα διαχείρσης δεδομένων (Internal Data Centers) σε παρόχους υπηρεσιών (Service Providers) και αντίστροφα. Σήμερα, η εικονική μηχανή καθορίζει το όριο, αλλά στο μέλλον, όσο το λειτουργικό σύστημα γίνεται λιγότερο σημαντικό, θα μπορούσαμε να δούμε "virtual containers"  τα οποία καθορίζουν τον φόρτο εργασίας μας σε PaaS (Platform as a Service) υποδομές.

Description: http://www.blueshiftblog.com/wp-content/uploads/2011/11/abstract_cloud-1024x640.jpg

Το αρχικό κίνητρο για virtualization ήταν οι μικρότερες επενδύσεις σε κεφάλαιο CAPEX (capital expense) γεγονός το οποίο εστιάζεται σε λιγότερους διακομιστές, πόρτες (ports), λιγότερος χώρος (Space), καθώς επίσης η λιγότερη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας κτλ. Όπως πολλοί αντιλήφθηκαν από την συνεχή εξέλιξη και βελτίωση του virtualization, η διαχείριση των εικονικών μηχανών ήταν σημαντικά ευκολότερη, καθώς επίσης διαπίστωσαν ότι υπήρχε ένας νέος τρόπος για να γίνουν πολλές εργασίες, οι οποίες θα μπορούσαν να μειώσουν δραστικά τα λειτουργικά έξοδα OPEX (operating expenses). Για να φτάσουμε ως εδώ, θα πρέπει να εργαστούμε προς την κατεύθυνση του virtualization 100%  διότι πολύ απλά οι τεχνικοί φραγμοί έχουν συνθλιβεί, χάρις στην σημερινή τεχνολογία (περισσότερα για αυτό αργότερα).

Με απλά λόγια, η αφαίρεση επιτρέπει την αύξηση της χρησιμοποίησης των πόρων και μπορεί να χρησιμοποιηθεί με έννοιες όπως η πολυ-μίσθωσης (multi-tenancy) οι οποίες παρέχουν μεγαλύτερες οικονομίες κλίμακας από ό, τι ήταν μέχρι πρότινος εφικτό.

Υπάρχει επίσης ένα άλλο είδος αφαίρεσης που λαμβάνει χώρα προκαλώντας ένα κύμα διακοπής (wave of disruption) - η αφαίρεση της εφαρμογής (abstraction of the application) μακριά από τον παραδοσιακό υπολογιστή. Ο συνδυασμός του SaaS, του application virtualization, του VDI και της διάδοσης των κινητών συσκευών (tablets και smartphones) οδηγούν όλα σε αυτή την τάση. Οι εφαρμογές (applications) δεν χρειάζεται πλέον να ενταχθούν σε φυσικούς υπολογιστές καθώς οι χρήστες θέλουν να έχουν πρόσβαση στις εφαρμογές τους και τα δεδομένα τους από οποιαδήποτε συσκευή και σε οποιοδήποτε μέρος.

Και οι δύο από αυτούς τους τύπους της αφαίρεσης οδηγούν στην άρση των παραδοσιακών ορίων και κατά συνέπεια οδηγούν επίσης στην αλλαγή των τρόπων με τους οποίους θα διαχειριστούμε την υποδομή μας (infrastructure) και τις τρέχουσες εφαρμογές (present applications).

Εμβαθύνοντας στο server virtualization, βλέπουμε ότι το virtualization stack παρέχει επίσης ένα ενιαίο στρώμα διαχείρισης (unifying management layer), το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση για πολύ περισσότερα ...

Automation (Αυτοματισμός)

Στην περίπτωση της αφαίρεσης (abstraction) αυτή παρέχει τα θεμέλια για το νέο πρότυπο, ο αυτοματισμός βασίζεται και χτίζεται επάνω σε αυτά τα θεμέλια για να παράσχει θεαματικές νέες δυνατότητες σε έναν οργανισμό για να μειώσει το κόστος λειτουργικών εξόδων (OPEX costs) και τέλος να προωθήσει την ευελιξία (agility).

Ας ξεκινήσουμε με τα βασικά. Χάρη στην ενθυλάκωση (encapsulation) η οποία παρέχεται από το virtualization, νέες δυνατότητες έχουν προκύψει με την αναπαραγωγή (replication), την αποκατάσταση καταστροφών (disaster recovery), ακόμη και στην διαδικασία δημιουργίας αντιγράφων ασφαλείας και ανάκτησης την ίδια (backup and recovery process). Υπάρχει η δυνατότητα agent-less παρακολούθησης πολλών μετρήσεων απόδοσης του πυρήνα (core performance metrics), scripting διαμέσου των VMs και των hosts, virtual network switches και ffont face=irewahpslls, και φυσικά, σχεδόν άμεσο provisioning από πρότυπα (templates). Τέτοια επίπεδα αυτοματισμού δεν θα ήταν εύκολα προσβάσιμα, πριν την εισαγωγή του στρώματος αφαίρεσης του virtualization (introduction of abstraction layer of virtualization).

Description: http://www.blueshiftblog.com/wp-content/uploads/2011/11/F-Connecting-Clouds-1024x521.jpg

Πόσο αφράτο θέλουν το δικό τους σύννεφο;?

Τώρα έχουμε προϊόντα όπως το Microsoft System Center 2012 και το VMware vCloud Director τα οποία μπορούν  να λάβουν όλα τα στοιχεία μιας n-tier εφαρμογής, και να εξασφαλίζουν την γρήγορη παροχή τους - συμπεριλαμβανομένων των κανόνων του τείχους προστασίας, ακόμη και της πολυ-μίσθωσης (Microsofts System Center 2012 and VMwares vCloud Director can take all of the elements of an n-tier application, and quickly provision themincluding firewall rules and even with multi-tenancy). Φανταστείτε την ανάπτυξη μιας ολόκληρης n-tier εφαρμογής συμπεριλαμβανομένων πολλαπλών εικονικών μηχανών, σε συνδυασμό με την  ολοκλήρωση ρύθμισης του δικτύου και των firewalls με μερικά μόνο κλικ. Τώρα προσθέστε στα προηγούμενα την έννοια ενός καταλόγου self-service, όπου επιχειρηματικές μονάδες μπορούν να αιτούνται πόρους για την εφαρμογή πάνω από μια ηλεκτρονική φόρμα (web form), και μετά από την έγκριση της αίτησης να τροφοδοτείται αυτόματα σύμφωνα με τις προδιαγραφές που προβλέπονται, ενώ ταυτόχρονα να βρίσκεται σε συμφωνία με τα υπάρχοντα πρότυπα πληροφορικής και με τους ελέγχους συμμόρφωσης (conforming to existing IT standards and compliance audits) .

Τα παραπάνω αποτελούν μερικές μόνον από τις πολλές οπτικές γωνίες του αυτοματισμού (automation). Ένας άλλος λόγος είναι ενορχήστρωση των συγκλινουσών υποδομών (orchestration of converged infrastructure) - (των οποίων to Vblock είναι ένα παράδειγμα). Αντί να προσπαθεί να κανείς να διαχειριστεί τα βασικά στοιχεία της υποδομής του υπολογιστή (core infrastructure elements of compute), και την αποθήκευση με την δικτύωση ως ένα ανεξάρτητο σιλό (storage and networking as independent silos) όπως πολλοί κάνουν σήμερα, αντ’αυτού μπορούμε να αναπτύξουμε  μια συγκλίνουσα υποδομή με εργαλεία ενορχήστρωσης (deploy converged infrastructure with orchestration tools) στοιχεία τα οποία μπορούν να ενωθούν και να διαχυθούν σε όλα τα σιλό (can unify and transcend across the silos), επιτρέποντας στην υποδομή να είναι διαχειριζόμενη και να τροφοδοτήται σαν μια συγκροτημένη μονάδα (singularity). Είναι δυνατόν δε, πολλά από αυτά τα εργαλεία ενορχήστρωσης (orchestration tools) μπορούν να συνδεθούν απευθείας στο virtualization stuck  (π.χ. System Center 2012, vCloud Director) για ακόμα μεγαλύτερη ολοκλήρωση (integration).

Δεν μπορεί βεβαίως κανείς να παραβλέψει ότι υπάρχουν εμπόδια σε αυτή την δομή αυτοματισμού τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν το «σύνδρομο PSP" (συντόμευση του Physical Server Processes), την “βαριά” και περιχαρακωμένη οργανωτική δομή (heavily siloed organizational structure), καθώς ακόμη και την ένταξη πολλαπλών hypervisors.


Υπάρχουν δε πολλές περισσότερες γωνίες του αυτοματισμού τις οποίες δεν έχουμε αγγίξει σε ακόμα, αλλά το κλειδί είναι ότι η αφαίρεση (
abstraction) επιτρέπει νέες ευκαιρίες για την αυτοματοποίηση - και ότι η αυτοματοποίηση μπορεί στη συνέχεια να χρησιμοποιηθεί ως άξονας για την συνέχεια.

Agility (Ευκινησία)

Γιατί η Microsoft και η VMware λένε ότι θέλουν υποδομή να είναι διαφανής? Ας απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό με ένα άλλο ερώτημα: Οι επιχειρήσεις ενδιαφέρονται για την αποθήκευση, το δίκτυο ή τις τεχνολογίες των διακομιστών? Στο τέλος της ημέρας η επιχείρηση ενδιαφέρεται κυρίως για δύο κύρια παραδοτέα από το ΙΤ - την υγεία των εφαρμογών της (όπως μετράται από το χρόνο λειτουργίας και άλλες μετρήσεις απόδοσης) και ο χρόνος που χρειάζεται για την ανάπτυξη /πρόβλεψή τους (deploy/provision).

Η επιτυχία είναι η ταχεία και επιτυχής εκτέλεση της επιχειρησιακής στρατηγικής και ο χρόνος είναι ένα τεράστιο συστατικό της δράσης αυτής. Υπάρχει ανταγωνισμός, ευκαιρίες στην αγορά, τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και νομικά ζητήματα, το πλεονέκτημα του πρωτοπόρου και τόσοι πολλοί άλλοι λόγοι για τους οποίους ο χρόνος είναι χρήμα.

Description: http://www.blueshiftblog.com/wp-content/uploads/2011/11/Four-Hills-ski-jumping-Competition82.jpg

Ευκινησία στο σύννεφο

Η εξοικονόμηση κεφαλαίων λόγω CAPEX και OPEX μπορεί να έχει θετικό αντίκτυπο στους προϋπολογισμούς, αλλά όταν φτάσετε σε μια θέση όπου θα πρέπει να υλοποιήσετε μεγάλα έργα μέσα σε εβδομάδες και όχι σε μήνες, αυτό το παράδειγμα αποτελεί από μόνο του μια ριζική αλλαγή, στοιχείο το οποίο μπορεί συχνά να είναι πιο χρήσιμο για έναν οργανισμό σε σχέση με τις CAPEX και OPEX μειώσεις.

Φανταστείτε ότι η επιχείρηση σας θέλει να χτίσει μια υποδομή η οποία θα περιλαμβάνει 200 διακομιστές για μια n-tier εφαρμογή (200 server n-tier application) με σκοπό να να προωθήσει μια νέα πρωτοβουλία (new initiative ) και ότι η όλα αυτή υποδομή θα πρέπει να είναι σύμφωνη με το κανονιστικό πλαίσιο PCI (PCI compliant). Πρώτα απ’όλα θα πρέπει να είναι διαθέσιμη η όλη υποδομή (υπολογιστική ισχύς, αποθήκευση, δικτύωση/ compute, storage, networking) για την ταχεία παροχή πόρων και εν συνεχεία θα πρέπει να υπάρξει συνεργασία με τις ομάδες οι οποίες είναι υπεύθυνες για την εφαρμογή (application), τη δικτύωση (networking) και την ασφάλεια (security) για να καταστεί δυνατή η ενεργοποίηση των απαραίτητων VLANs και των αντιστοίχων κανόνων στα firewall. Εάν δε έχετε εργαστεί ποτέ σε ένα κατάστημα πληροφορικής (IT Shop) το οποίο είναι δομημένο σε μεγάλο βαθμό (silοed) και χρησιμοποιεί διεργασίες σε φυσικούς διακομιστές (physical server processes), η τεχνολογία η οποία θα εφαρμοστεί μπορεί να είναι ξεπερασμένη από τη στιγμή που θα έχει ολοκληρωθεί η ανάπτυξη της συγκεκριμένης λύσης. Το εμπρός και πίσω μεταξύ των υπηρεσιών και των διαδικασιών μεταξύ των τμημάτων μόνο και μόνο για να διευκρινηστούν τα VLANs ή οι κανόνες του firewall έτσι ώστε να ρυθμιστούν σωστά για την εφαρμογή ή το να εφαρμόσετε οποιεσδήποτε τελικές ρυθμίσεις (fine tuning), αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα ο οποίος μπορεί να επιβραδύνει ένα τέτοιο έργο δραματικά.

Ωστόσο, εάν μπορείτε επιτυχώς να εφαρμόσετε την αφαίρεση (abstraction) και τον αυτοματισμό (automation) στο τμήμα πληροφορικής του οργανισμού σας (IT Department), τότε καθίσταται δυνατόν να φτάσετε στο σημείο εκείνο όπου μπορείτε να μειώσετε το χρόνο για για την υλοποίηση των παρεχόμανων λύσεων στον οργανισμό σας κατά αρκετούς μήνες σε πολλές περιπτώσεις. Στην ουσία αυτό είναι που γίνεται σήμερα, και δικαίως του λόγου αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους λόγους για τους οποίους υπάρχει τόσος μεγάλος ενθουσιασμός όχι μόνο στους κύκλους της πληροφορικής (IT Circles), αλλά και την ηγεσία των επιχειρήσεων, σχετικά με το cloud computing.

Η αξία του cloud computing είναι τόσο βαθιά που από μόνη της υποδεικνύει ότι όλοι πρέπει να το κάνουμε με αυτόν τον τρόπο και θα πρέπει να αναφερόμαστε σε αυτό απλά καλώντας ως Computing". Βεβαίως δεν έχουμε φτάσει ακόμη σε τέτοιο βαθμό ολοκλήρωσης γι’αυτό και είναι δόκιμος ο όρος "cloud computing".

Το συμπέρασμα των παραπάνω είναι ότι εάν μπορείτε να εκτελέσετε έργα με επιτυχία στην βάση της αφαίρεσης και του αυτοματισμού, τότε μπορείτε να ξεκινήσετε την ευθυγραμμίση των υπηρεσιών πληροφορικής σας σύμφωνα με τις ανάγκες της επιχείρησης και της εργασίας (align your IT services to the needs of the business and work with the business) με σχέση τύπου partner-minded, παρέχοντας την ευελιξία για την ταχύτατη εκτέλεση του επιχειρηματικού σχεδίου (Business Plan).

Τι σχήμα/μορφή έχει το δικό σας CLOUD?

Τα Cloud μπορούν να έχουν πολλαπλές μορφές και μεγέθη. Κάποια από αυτά είναι εσωτερικά και κάποια άλλα είναι outsourced. Αμέσως μετά έρχονται τα private/public/hybrid cloud και φυσικά δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε και τα PaaS, IaaS και SaaS. Το ερώτημα το οποίο αυτόματα τίθεται είναι το παρακάτω : Ποια από τις παραπάνω μορφές/σχήματα θα έχει το δικό σας Cloud? Ίσως στην συγκεκριμένη περίπτωση θα πρέπει να βοηθήσουν οι οργανισμοί προτύπων και κανονιστικών πλαισίων έτσι να δημιουργήσουν ένα σύνολο από ITIL standards τα οποία περιγράφουν όλα εκείνα τα προαπαιτούμενα για την υλοποίηση ενός ISO 9000 compliant cloud design.

Description: http://www.blueshiftblog.com/wp-content/uploads/2011/11/pegasus.jpg

Tο ταξίδι στο CLOUD

Το ταξίδι στο cloud μοιάζει σαν τον μαραθώνιο και ξεκινά πάντοτε με το virtualization.  Με την έλευση των Microsoft Windows 8 και του HyperV 3 και του VMware  vSphere 5, δίνεται το έναυσμα για ένα συναρπαστικό ταξίδι στο Cloud.

Για τούτο τον λόγο προτείνω να πάμε πίσω από τους όρους private/public PaaS/IaaS και να εστιάσουμε ξανά στα θεμελειώδη στοιχεία τα οποία είναι η αφαίρεση, ο αυτοματισμός και η ευελιξία (focusing on the core elements of abstraction, automation, and agility).  Συνοψίζοντας τα κύρια σημεία είναι τα παρακάτω:

  • Τα Clouds μπορούν να έχουν πολλές μορφές και σχήματα, αλλά όλα εδράζονται στην αφαίρεση και τον αυτοματισμό έτσι ώστε να ενεργοποιήσουν την δυναμική της ευελιξίας(rely on abstraction and automation to enable the potential for agility).
  • Δεν είναι απαραίτητο να κάνετε outsource τα πάντα στο “cloud”.  Μπορείτε να ξεκινήσετε το ταξίδι σας στο δικό σας datacenter(s) πρωτίστως επιδιώκοντας την αφαίρεση και τον αυτοματισμό (by first pursuing abstraction and then automation).
  • Το Cloud δεν είναι ή καλύτερα δεν αναφέρεται μόνον στην τεχνολογία (Cloud isnt just about technology).  Σχετίζεται επίσης με την οργανωτική δομή και τις διαδικασίες σε μια επιχείρηση (Its also about organizational structure and processes).  Θα πρέπει να θέσετε σε νέες βάσεις τις  διαδικασίες οι οποίες σχετίζονται με τους φυσικούς διακομιστές, να ανανεώσετε τις ικανότητές σας και να “γκρεμίσετε” την υπάρχουσα οργανωτική δομή - (Re-engineer your physical server minded processes, refresh your skill sets, and knock down your organizational silos).
  • Το Virtualization από μόνο του δεν είναι αρκετό.  Το Cloud computing απαιτεί την αποτελεσματική χρήση του αυτοματισμού σε πολλαπλά επίπεδα για να είναι αποτελεσματικό (requires the effective use of automation -at many different levels- to reduce provisioning and service delivery times).

Υλοποιώντας ένα Triple-A Cloud

Ολοκληρώνοντας θα ήθελα με το συγκεκριμένο άρθρο να θέσω τις θεμελειώδεις βάσεις για μια παραγωγική συζήτηση σχετικά με την υλοποίηση ενός Triple-A Cloud. Ελπίζω ότι μετά την ανάγνωσή του ότι κατάφερα να σας προβληματίσω.

Posted: Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012 4:14 μμ από το μέλος Jordan_Tsafaridis | 0 σχόλια
Δημοσίευση κάτω από:
Πως μπορούμε χρησιμοποιώντας τον Hyper-V να κατασκευάσουμε μια υποδομή Private Cloud (Μέρος 3ο)

Αγαπητοί συνάδελφοι της κοινότητας στο τρίτο αυτό μέρος αυτής της σειράς άρθρων έφτασε πλέον η στιγμή να τροποποιήσουμε την ακολουθία εργασιών Hyper-V (task sequence), έτσι ώστε να είμαστε σε θέση να αναπτύξουμε (deploy) τους Hyper-V servers οι οποίοι θα χρησιμοποιηθούν με την σειρά τους για να φιλοξενήσουν (host) τις εικονικές μηχανές (virtual machines) στο δικό μας private cloud.

Εισαγωγή

Στο προηγούμενο άρθρο της συγκεκριμένης σειράς, σας παρουσίασα τον τρόπο με τον οποίο να εξαγάγουμε (extract) τα περιεχόμενα του Windows installation media με σκοπό την δημιουργία ενός deployment image. Εάν έχετε διαβάσει το συγκεκριμένο άρθρο, το ολοκλήρωσα δημιουργώντας δύο ακολουθίες εργασιών (task sequences). Η μια εκ των δύο ακολουθιών αφορούσε μια ανάπτυξη (deployment) γενικής χρήσης των Windows Server 2008 R2, και η άλλη αφορούσε μια μηχανή Windows Server 2008 R2 η οποία τρέχει τον Hyper-V. Στο συγκεκριμένο σημείο οι δύο ακολουθίες εργασιών είναι πλήρως ταυτόσημες και πανομοιότυπες (completely identical), συνεπώς έφτασε η στιγμή κατά την οποία είμαστε σε θέση να ξεκινήσουμε την τροποποίηση (modifying) την ακολουθία εργασιών Hyper-V έτσι ώστε να μπορούμε να την χρησιμοποιήσουμε για την ανάπτυξη (deploy) των Hyper-V servers οι οποίοι πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για να φιλοξενήσουν (host) τις εικονικές μηχανές (virtual machines) στο δικό μας private cloud.

Αναδιαμόρφωση (Reconfiguring) της ακολουθίας εργασιών Hyper-V

Ξεκινώντας την διαδικασία ανοίγοντας το Deployment Workbench και κατευθυνόμαστε (navigating) διαμέσου του console tree στην επιλογή Deployment Workbench | Deployment Shares | MDT Deployment Share | Task Sequences | OS Install. Αμέσως μετά κάνουμε δεξί κλικ στην ακολουθία εργασιών (task sequence) την οποία έχουμε δημιουργήσει για τον Hyper-V και επιλέγουμε την εντολή Properties από το shortcut menu. Όταν ολοκληρώσουμε την συγκεκριμένη ενέργεια η σελίδα properties θα εμφανιστεί αυτόματα.

Εν συνεχεία από τη σελίδα properties επιλέγουμε το Task Sequence tab. Το συγκεκριμένο tab μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την τροποποίηση της υπάρχουσας ακολουθίας εργασιών (task sequence). Με δεδομένο ότι δημιουργούμε έναν Hyper-V server, είναι απαραίτητο να εγκαταστήσουμε τον Hyper-V server role. Για να τα προηγούμενα, επιλέγουμε το Tattoo option από την υφιστάμενη ακολουθία εργασιών και αμέσως μετά επιλέγουμε την εντολή Roles | Install Roles and Features από το Add menu. Εφόσον επιλέξουμε την συγκεκριμένη εντολή, στο details pane θα εμφανιστεί μια σειρά από ρόλους και χαρακτηριστικά που είναι διαθέσιμα προς εγκατάσταση. Επιλέγουμε “τσεκάροντας” το Hyper-V (x64 only) check box, όπως αυτό απεικονίζεται στην Εικόνα 1.

Description: http://www.virtualizationadmin.com/img/upl/image0021327006953207.jpg
Εικόνα 1: Θα πρέπει να εγκαταστήσουμε τον
Hyper-V role.

Είναι φυσικό και θεμιτό ότι ανάλογα με τις ανάγκες σαςνα επιλέξετε μια σειρά επιπλέον χαρακτηριστικών τα οποία θα θελήσετε να εγκαταστήσετε. Για παράδειγμα, σε ένα παραγωγικό περιβάλλον πιθανώς θα θέλετε να εγκαταστήσετε την υπηρεσία Failover Clustering service. Στην συγκεκριμένη σειρά άρθρων όμως δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσω το failover clustering.

Ανεξαρτήτως βεβαίως του γεγονότος του εάν θα χρησιμοποιήσετε ή όχι την υπηρεσία failover clustering, θα πρέπει να επιλέξουμε το Multipath I/O (Core) check box. Η επιλογή αυτή θα μας επιτρέψει την ευκολότερη σύνδεση σε ένα storage pool αργότερα. Εν συνεχεία επιλέγουμε τα components τα οποία θέλουμε να εγκαταστήσουμε, και αμέσως μετά κάνουμε κλικ στο Apply ακολουθούμενο από το OK.

Σε μια εγκατάσταση επιχειρησιακού παραγωγικού περιβάλλοντος θα ισχυριζόταν κάποιος ότι χρειάζετε κάποια επιπλέον εργασία όσον αφορά τις ακολουθίες εργασιών. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι ενδεχομένως θα θέλαμε να προσθέσουμε μια σειρά οδηγών συσκευών (drivers) ή κάποιες εφαρμογές (applications). Λόγω του ότι είναι πολλά αυτά τα οποία θα πρέπει να αναλύσω σε αυτήν την σειρά άρθρων, θα επιστρέψω αργότερα για το συγκεκριμένο θέμα, στοιχείο το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο αν΄λογα με την έκταση την οποία θα λάβει η συγκεκριμένη σειρά άρθρων. Για την ώρα θα συνεχίσουμε με σκοπό να καταδείξω τον τρόπο εργασίας και διαχείρισης των ακολουθιών εργασιών τις οποίες έχουμε ενεργοποιήσει και ρυθμίσει.

Αναβαθμίζοντας το Deployment Share

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αναβαθμίσουμε το deployment share. Διαφορετικά εάν δεν το αναβαθμίσουμε καμία από τις ακολουθίες εργασιών (task sequences) τις οποίες έχουμε δημιουργήσει δεν πρόκειται να δουλέψει. Για να το επιτύχουμε αυτό θα πρέπει να πλοηγηθούμε διαμέσου του console tree στο Deployment Workbench | Deployment Shares | MDT Deployment Share. Εν συνεχεία, κάνουμε δεξί κλικ στο MDT Deployment Share container και επιλέγουμε την εντολή Update Deployment Share από το αναδιπλούμενο shortcut menu.

Ως αποτέλεσμα της προηγούμενης επιλογής θα εμφανιστεί ο wizard του οποίου η αρχική οθόνη μας ερωτά εάν επιθυμούμε να βελτιστωποιήσουμε (optimize) την διαδικασία αναβάθμισης του boot image ή εάν επιθυμούμε αντίστοιχα την πλήρη επαδημιουργία (completely regenerate) των boot images. Στην δεδομένη στιγμή, προχωρούμε μπροστά και επιλέγουμε την επιλογή της πλήρους επαναδημιουργίας των boot images, όπως αυτό απεικονίζεται στην Εικόνα 2.

Description: http://www.virtualizationadmin.com/img/upl/image0041327006953207.jpg
Εικόνα 2: Πρέπει οπωσδήποτε να αναβαθμίσουμε το
deployment share.

Κάνουμε κλικ στο Next, στοιχείο το οποίο θα μας οδηγήσει  σε μια οθόνη περίληψης (summary screen) η οποία μας επιβεβαιώνει τις επιλογές τις οποίες έχουμε επιλέξει. Κάνουμε κλικ στο Next για μια ακόμη φορά και τα deployment images θα δημιουργηθούν. Το χρονικό διάστημα το οποίο θα απαιτηθεί για την ολοκλήρωση της συγκεκριμένης διαδικασίας εξαρτάται άμεσα από τις δυαντότητες του hardware capabilities, κρίνοντας όμως από τον δικό μου lab server η διαδικασία ολοκληρώθηκε σε πέντε (5) λεπτά της ώρας.

Εγκαθιστώντας τα Windows Deployment Services

Το επόμενο βήμα στην διαδικασία είναι η εγκατάσταση των Windows Deployment Services στον διακομιστή (server) ο οποίος τρέχει το Deployment Workbench. Το παραπάνω μπορεί να επιτευχθεί διαμέσου του Server Manager. Συνεπώς ανοίγουμε τον Server Manager και επιλέγουμε το Roles container. Εν συνεχεία κάνουμε κλικ στον σύνδεσμο Add Roles και τα Windows θα εκκινήσουν τον Add Roles wizard.

Κάνουμε κλικ στο Next to για να προσπεράσουμε την Welcome screen του wizard. Αμέσως μετά θα εμφανιστεί μια οθόνη στην οποία μας ζητείται να επιλέξουμε ποιούς ρόλους θέλουμε να εγκαταστήσουμε. Επιλέγουμε τον Windows Deployment Services role και εν συνεχεία κάνουμε κλικ στο Next. Ως αποτέλεσμα της επιλογής αυτής θα εμφανιστεί μια οθόνη η οποία μας παρουσιάζει μια εισαγωγή των Windows Deployment Services. Κάνουμε κλικ στο Next για να προσπεράσουμε την συγκεκριμένη οθόνη.

Στην επόμενη οθόνη η οποία αυτομάτως θα εμφανιστεί ερωτόμαστε ποια role services επιθυμούμε να εγκαταστήσουμε. Αναλυτικότερα έχουμε την δυνατότητα να επιλέξουμε την εγκατάσταση του Deployment Server και την εγκατάσταση ή μη του Transport Server. Η συμβουλή μου είναι να αφήσετε και τις δύο επιλογές επιλεγμένες όπως αυτό απεικονίζεται στην Εικόνα 3.

Description: http://www.virtualizationadmin.com/img/upl/image0061327006989800.jpg
Εικόνα 3: Προχωρήστε στην εγκατάσταση και των δύο
role services.

Κάνουμε κλικ στο Next, ακολουθούμενο από την εγκατάσταση. Τα Windows θα ξεκινήσουν αυτομάτως την εγκατάσταση των Windows Deployment Services. Όταν η όλη διαδικασία ολοκληρωθεί κάνουμε κλικ στο Close.

Ρυθμίζοντας τα Windows Deployment Services

Τώρα που τα Windows Deployment Services έχουν εγκατασταθεί θα πρέπει να παραμετροποιηθούν. Για να το επιτύχουμε αυτό δεν έχουμε παρά να πλοηγηθούμε διαμέσου του Server Manager στο Roles | Windows Deployment Services | Servers | <στον δικό σας διακομιστή - your server>, όπως αυτό απεικονίζεται στην Εικόνα 4.

Description: http://www.virtualizationadmin.com/img/upl/image0081327006989832.jpg
Εικόνα 4: Θα πρέπει να παραμετροποιήσετε τον διακομιστή σας.

Στο σημείο αυτό κάνουμε δεξί κλικ στην λίστα όπου εμφανίζεται ο διακομιστής μας και επιλέγουμε την εντολή Configure Server από το υφιστάμενο shortcut menu. Όταν ο configuration wizard ξεκινά, κάνουμε κλικ στο Next για να προσπεράσουμε την εισαγωγική οθόνη.

Στην επόμενη οθόνη η οποία ακολουθεί το σύστημα μας ερωτά να παράσχουμε μια διαδρομή (path) για τον remote installation folder. Εάν είναι δυνατόν συνιστώ την αποθήκευση του συγκεκριμένου φακέλου σε έναν οδηγό δίσκου (disk drive) διαφορετικό από το C:.

Εν συνεχεία κάνουμε κλικ στο Next και στο σημείο αυτό ο wizard θα μας ρωτήσει για τον τρόπο με τον οποίο ο διακομιστής (server) θέλουμε να διαχειρίζεται τα client requests. Επιλέγουμε την επιλογή να δίνεται απάντηση σε όλους τους client computers (γνωστούς και αγνώστους) και αμέσως κάνουμε κλικ στο Next. Όταν το κάνουμε αυτό, τα Windows θα υλοποιήσουν την παραμετροποίηση και θα εκκινήσουν τα Windows Deployment Services. Όταν αυτή η διαδικασία ολοκληρωθεί, θα εμφανιστεί μια οθόνη η οποία θα μας ερωτά εάν θέλουμε να προσθέσουμε images στον διακομιστή μας τώρα. Η επιλογή αυτή είναι προεπιλεγμένη εξ ορισμού, αλλά θα χρειαστεί να την αποεπιλέξουμε αυτήν την επιλογή διότι χρησιμοποιούμε το Deployment Workbench για δικά μας images. Εν συνεχεία κάνουμε κλικ στο Finish για να ολοκληρωθεί η διαδικασία παραμετροποίησης.

Προσθέτοντας τα δικά μας Images

Τώρα ας προχωρήσουμε μπροστά και ας προσθέσουμε μερικά deployment images στα Windows Deployment Services. Για να το επιτύχουμε αυτό, θα πρέπει να πλοηγηθούμε διαμέσου του Server Manager στο Roles | Windows Deployment Services | Servers | <your server> | Boot Images. Αμέσως κάνουμε δεξί κλικ στον Boot Images φάκελο και επιλέγουμε την εντολή Add Boot Image από το shortcut menu. Στο σημείο αυτό θα μας ζητηθεί να εισαγάγουμε την τοποθεσία του Windows Image (το .WIM file) το οποίο θέλουμε να προσθέσουμε. Κάνουμε κλικ στο Browse button και αμέσως μετά θα πρέπει να πλοηγηθούμε (navigate) στην διαδρομή δίσκου (path) η οποία χρησιμοποιείται από το deployment share το οποίο δημιουργήσαμε διαμέσου του Deployment Workbench. Στα προηγούμενα άρθρα της συγκεκριμένης σειράς δημιούργησα το deployment share στο C:\DeploymentShare, συνεπώς η δική μου διαδρομή (path) θα είναι το C:\DeploymentShare\Boot. Σε αυτήν την διαδρομή υπάρχει ένα αρχείο το οποίο ονομάζεται LiteTouchPE_x64, όπως αυτό απεικονίζεται στην Εικόνα 5. Αυτό είναι το αρχείο χρειάζεται να εισαχθεί, συνεπώς θα το επιλέξουμε και αμέσως μετά θα κάνουμε κλικ στο OK.

Description: http://www.virtualizationadmin.com/img/upl/image0091327006989832.jpg
Εικόνα 5: Εισάγουμε το αρχείο
LiteTouchPE_x64.wim.

Κάνουμε κλικ στο Next και αμέσως μετά θα μας ζητηθεί να εισάγουμε το όνομα του image. Αμέσως μετά την ολοκλήρωση της προηγούμενης διαδικασίας κάνουμε δύο φορές κλικ στο Next και αυτομάτως το image θα εισαχθεί. Όταν η όλη διαδικασία ολοκληρωθεί κάνουμε κλικ στο Finish.

Συμπέρασμα

Εως αυτό το σημείο έχουμε δημιουργήσει ένα boot image το οποίο μπορεί να γίνει deployed, αλλά συνεχίζουμε να βρισκόμαστε αρκετά μακριά από τον στόχο μας ο οποίος είναι χρησιμοποιώντας αυτήν την τεχνική για να δημιουργήσουμε ένα private cloud. Ζητώ την υπομονή σας μέχρι την δημοσίευση του τέταρτου μέρους της σειράς αυτής άρθρων.

Posted: Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012 11:45 μμ από το μέλος Jordan_Tsafaridis | 1 σχόλια
Δημοσίευση κάτω από:
Παρουσιάστηκαν επισήμως από την Microsoft για τον Windows 8 Server οι τεχνικές προδιαγραφές του Resilient File System (ReFS)
Αγαπητοί συνάδελφοι της κοινότητας η Microsoft πριν από λίγες ώρες μας αποκάλυψε τις τεχνικές προδιαγραφές του καινούριου συστήματος διαχείρισης αρχείων (file system) το οποίο ονομάζεται RsFS (Resilient File System) και το οποίο θα αποτελεί αναπόσπαστο χαρακτηριστικό των Windows 8 Server.
Για περισσότερες λεπτομέρειες σας παραθέτω παρακάτω το πρωτότυπο κείμενο στην Αγγλική γλώσσα όπως δημοσιεύθηκε από την τεχνική υπηρεσία της Microsoft και συγκεκριμένα από τον Surendra Verm. Όπως θα συμφωνήσετε πιστεύω μαζί μου τα τεχνικά χαρακτηριστικά του καινούριου συστήματος διαχείρισης αρχείων είναι απλά συγκλονιστικά.


We wanted to continue our dialog about data storage by talking about the next generation file system being introduced in Windows 8.  Today, NTFS is the most widely used, advanced, and feature rich file system in broad use. But when you’re reimagining Windows, as we are for Windows 8, we don’t rest on past successes, and so with Windows 8 we are also introducing a newly engineered file system. ReFS, (which stands for Resilient File System), is built on the foundations of NTFS, so it maintains crucial compatibility while at the same time it has been architected and engineered for a new generation of storage technologies and scenarios. In Windows 8, ReFS will be introduced only as part of Windows Server 8, which is the same approach we have used for each and every file system introduction. Of course at the application level, ReFS stored data will be accessible from clients just as NTFS data would be. As you read this, let’s not forget that NTFS is by far the industry’s leading technology for file systems on PCs.

This file system, which we call ReFS, has been designed from the ground up to meet a broad set of customer requirements, both today’s and tomorrow’s, for all the different ways that Windows is deployed.

The key goals of ReFS are:

  • Maintain a high degree of compatibility with a subset of NTFS features that are widely adopted while deprecating others that provide limited value at the cost of system complexity and footprint.
  • Verify and auto-correct data. Data can get corrupted due to a number of reasons and therefore must be verified and, when possible, corrected automatically. Metadata must not be written in place to avoid the possibility of “torn writes,” which we will talk about in more detail below.
  • Optimize for extreme scale. Use scalable structures for everything. Don’t assume that disk-checking algorithms, in particular, can scale to the size of the entire file system.
  • Never take the file system offline. Assume that in the event of corruptions, it is advantageous to isolate the fault while allowing access to the rest of the volume. This is done while salvaging the maximum amount of data possible, all done live.
  • Provide a full end-to-end resiliency architecture when used in conjunction with the Storage Spaces feature, which was co-designed and built in conjunction with ReFS.

The key features of ReFS are as follows (note that some of these features are provided in conjunction with Storage Spaces).

  • Metadata integrity with checksums
  • Integrity streams providing optional user data integrity
  • Allocate on write transactional model for robust disk updates (also known as copy on write)
  • Large volume, file and directory sizes
  • Storage pooling and virtualization makes file system creation and management easy
  • Data striping for performance (bandwidth can be managed) and redundancy for fault tolerance
  • Disk scrubbing for protection against latent disk errors
  • Resiliency to corruptions with "salvage" for maximum volume availability in all cases
  • Shared storage pools across machines for additional failure tolerance and load balancing

In addition, ReFS inherits the features and semantics from NTFS including BitLocker encryption, access-control lists for security, USN journal, change notifications, symbolic links, junction points, mount points, reparse points, volume snapshots, file IDs, and oplocks.

And of course, data stored on ReFS is accessible through the same file access APIs on clients that are used on any operating system that can access today’s NTFS volumes.

Key design attributes and features

Our design attributes are closely related to our goals. As we go through these attributes, keep in mind the history of producing file systems used by hundreds of millions of devices scaling from the smallest footprint machines to the largest data centers, from the smallest storage format to the largest multi-spindle format, from solid state storage to the largest drives and storage systems available. Yet at the same time, Windows file systems are accessed by the widest array of application and system software anywhere. ReFS takes that learning and builds on it. We didn’t start from scratch, but reimagined it where it made sense and built on the right parts of NTFS where that made sense. Above all, we are delivering this in a pragmatic manner consistent with the delivery of a major file system—something only Microsoft has done at this scale.

Code reuse and compatibility

When we look at the file system API, this is the area where compatibility is the most critical and technically, the most challenging. Rewriting the code that implements file system semantics would not lead to the right level of compatibility and the issues introduced would be highly dependent on application code, call timing, and hardware. Therefore in building ReFS, we reused the code responsible for implementing the Windows file system semantics. This code implements the file system interface (read, write, open, close, change notification, etc.), maintains in-memory file and volume state, enforces security, and maintains memory caching and synchronization for file data. This reuse ensures a high degree of compatibility with the features of NTFS that we’re carrying forward.

Underneath this reused portion, the NTFS version of the code-base uses a newly architected engine that implements on-disk structures such as the Master File Table (MFT) to represent files and directories. ReFS combines this reused code with a brand-new engine, where a significant portion of the innovation behind ReFS lies. Graphically, it looks like this:

NTFS.SYS = NTFS upper layer API/semantics engine / NTFS on-disk store engine; ReFS.SYS = Upper layer engine inherited from NTFS / New on-disk store engine

Reliable and scalable on-disk structures

On-disk structures and their manipulation are handled by the on-disk storage engine. This exposes a generic key-value interface, which the layer above leverages to implement files, directories, etc. For its own implementation, the storage engine uses B+ trees exclusively. In fact, we utilize B+ trees as the single common on-disk structure to represent all information on the disk. Trees can be embedded within other trees (a child tree’s root is stored within the row of a parent tree). On the disk, trees can be very large and multi-level or really compact with just a few keys and embedded in another structure. This ensures extreme scalability up and down for all aspects of the file system. Having a single structure significantly simplifies the system and reduces code. The new engine interface includes the notion of “tables” that are enumerable sets of key-value pairs. Most tables have a unique ID (called the object ID) by which they can be referenced. A special object table indexes all such tables in the system.

Now, let’s look at how the common file system abstractions are constructed using tables.

Object table: Object ID, Disk Offset & Checksum. Arrow to Directory: File name, File metadata; File Metadata: Key, Value; File extents: 0-07894, Disk offset and checksums; 7895-10000, Disk offset and checksums; 10001-57742, Disk offset and checksums; 57743-9002722, Disk offset and checksums

File structures

As shown in the diagram above, directories are represented as tables. Because we implement tables using B+ trees, directories can scale efficiently, becoming very large. Files are implemented as tables embedded within a row of the parent directory, itself a table (represented as File Metadata in the diagram above). The rows within the File Metadata table represent the various file attributes. The file data extent locations are represented by an embedded stream table, which is a table of offset mappings (and, optionally, checksums). This means that the files and directories can be very large without a performance impact, eclipsing the limitations found in NTFS.

As expected, other global structures within the file system such ACLs (Access Control Lists) are represented as tables rooted within the object table.

All disk space allocation is managed by a hierarchical allocator, which represents free space by tables of free space ranges. For scalability, there are three such tables – the large, medium and small allocators. These differ in the granularity of space they manage: for example, a medium allocator manages medium-sized chunks allocated from the large allocator. This makes disk allocation algorithms scale very well, and allows us the benefit of naturally collocating related metadata for better performance. The roots of these allocators as well as that of the object table are reachable from a well-known location on the disk. Some tables have allocators that are private to them, reducing contention and encouraging better allocation locality.

Apart from global system metadata tables, the entries in the object table refer to directories, since files are embedded within directories.

Robust disk update strategy

Updating the disk reliably and efficiently is one of the most important and challenging aspects of a file system design. We spent a lot of time evaluating various approaches. One of the approaches we considered and rejected was to implement a log structured file system. This approach is unsuitable for the type of general-purpose file system required by Windows. NTFS relies on a journal of transactions to ensure consistency on the disk. That approach updates metadata in-place on the disk and uses a journal on the side to keep track of changes that can be rolled back on errors and during recovery from a power loss. One of the benefits of this approach is that it maintains the metadata layout in place, which can be advantageous for read performance. The main disadvantages of a journaling system are that writes can get randomized and, more importantly, the act of updating the disk can corrupt previously written metadata if power is lost at the time of the write, a problem commonly known as torn write.

To maximize reliability and eliminate torn writes, we chose an allocate-on-write approach that never updates metadata in-place, but rather writes it to a different location in an atomic fashion. In some ways this borrows from a very old notion of “shadow paging” that is used to reliably update structures on the disk. Transactions are built on top of this allocate-on-write approach. Since the upper layer of ReFS is derived from NTFS, the new transaction model seamlessly leverages failure recovery logic already present, which has been tested and stabilized over many releases.

ReFS allocates metadata in a way that allows writes to be combined for related parts (for example, stream allocation, file attributes, file names, and directory pages) in fewer, larger I/Os, which is great for both spinning media and flash. At the same time a measure of read contiguity is maintained. The hierarchical allocation scheme is leveraged heavily here.

We perform significant testing where power is withdrawn from the system while the system is under extreme stress, and once the system is back up, all structures are examined for correctness. This testing is the ultimate measure of our success. We have achieved an unprecedented level of robustness in this test for Microsoft file systems. We believe this is industry-leading and fulfills our key design goals.

Resiliency to disk corruptions

As mentioned previously, one of our design goals was to detect and correct corruption. This not only ensures data integrity, but also improves system availability and online operation. Thus, all ReFS metadata is check-summed at the level of a B+ tree page, and the checksum is stored independently from the page itself. This allows us to detect all forms of disk corruption, including lost and misdirected writes and bit rot (degradation of data on the media). In addition, we have added an option where the contents of a file are check-summed as well. When this option, known as “integrity streams,” is enabled, ReFS always writes the file changes to a location different from the original one. This allocate-on-write technique ensures that pre-existing data is not lost due to the new write. The checksum update is done atomically with the data write, so that if power is lost during the write, we always have a consistently verifiable version of the file available whereby corruptions can be detected authoritatively.

We blogged about Storage Spaces a couple of weeks ago. We designed ReFS and Storage Spaces to complement each other, as two components of a complete storage system. We are making Storage Spaces available for NTFS (and client PCs) because there is great utility in that; the architectural layering supports this client-side approach while we adapt ReFS for usage on clients so that ultimately you’ll be able to use ReFS across both clients and servers.

In addition to improved performance, Storage Spaces protects data from partial and complete disk failures by maintaining copies on multiple disks. On read failures, Storage Spaces is able to read alternate copies, and on write failures (as well as complete media loss on read/write) it is able to reallocate data transparently. Many failures don’t involve media failure, but happen due to data corruptions, or lost and misdirected writes.

These are exactly the failures that ReFS can detect using checksums. Once ReFS detects such a failure, it interfaces with Storage Spaces to read all available copies of data and chooses the correct one based on checksum validation. It then tells Storage Spaces to fix the bad copies based on the good copies. All of this happens transparently from the point of view of the application. If ReFS is not running on top of a mirrored Storage Space, then it has no means to automatically repair the corruption. In that case it will simply log an event indicating that corruption was detected and fail the read if it is for file data. I’ll talk more about the impact of this on metadata later.

Checksums (64-bit) are always turned on for ReFS metadata, and assuming that the volume is hosted on a mirrored Storage Space, automatic correction is also always turned on. All integrity streams (see below) are protected in the same way. This creates an end-to-end high integrity solution for the customer, where relatively unreliable storage can be made highly reliable.

Integrity streams

Integrity streams protect file content against all forms of data corruption. Although this feature is valuable for many scenarios, it is not appropriate for some. For example, some applications prefer to manage their file storage carefully and rely on a particular file layout on the disk. Since integrity streams reallocate blocks every time file content is changed, the file layout is too unpredictable for these applications. Database systems are excellent examples of this. Such applications also typically maintain their own checksums of file content and are able to verify and correct data by direct interaction with Storage Spaces APIs.

For those cases where a particular file layout is required, we provide mechanisms and APIs to control this setting at various levels of granularity.

At the most basic level, integrity is an attribute of a file (FILE_ATTRIBUTE_INTEGRITY_STREAM). It is also an attribute of a directory. When present in a directory, it is inherited by all files and directories created inside the directory. For convenience, you can use the “format” command to specify this for the root directory of a volume at format time. Setting it on the root ensures that it propagates by default to every file and directory on the volume. For example:

D:\>format /fs:refs /q /i:enable <volume>

D:\>format /fs:refs /q /i:disable <volume>

By default, when the /i switch is not specified, the behavior that the system chooses depends on whether the volume resides on a mirrored space. On a mirrored space, integrity is enabled because we expect the benefits to significantly outweigh the costs. Applications can always override this programmatically for individual files.

Battling “bit rot”

As we described earlier, the combination of ReFS and Storage Spaces provides a high degree of data resiliency in the presence of disk corruptions and storage failures. A form of data loss that is harder to detect and deal with happens due to ­­­“bit rot,” where parts of the disk develop corruptions over time that go largely undetected since those parts are not read frequently. By the time they are read and detected, the alternate copies may have also been corrupted or lost due to other failures.

In order to deal with bit rot, we have added a system task that periodically scrubs all metadata and Integrity Stream data on a ReFS volume residing on a mirrored Storage Space. Scrubbing involves reading all the redundant copies and validating their correctness using the ReFS checksums. If checksums mismatch, bad copies are fixed using good ones.

The file attribute FILE_ATTRIBUTE_NO_SCRUB_DATA indicates that the scrubber should skip the file. This attribute is useful for those applications that maintain their own integrity information, when the application developer wants tighter control over when and how those files are scrubbed.

The Integrity.exe command line tool is a powerful way to manage the integrity and scrubbing policies.

When all else fails…continued volume availability

We expect many customers to use ReFS in conjunction with mirrored Storage Spaces, in which case corruptions will be automatically and transparently fixed. But there are cases, admittedly rare, when even a volume on a mirrored space can get corrupted – for example faulty system memory can corrupt data, which can then find its way to the disk and corrupt all redundant copies. In addition, some customers may not choose to use a mirrored storage space underneath ReFS.

For these cases where the volume gets corrupted, ReFS implements “salvage,” a feature that removes the corrupt data from the namespace on a live volume. The intention behind this feature is to ensure that non-repairable corruption does not adversely affect the availability of good data. If, for example, a single file in a directory were to become corrupt and could not be automatically repaired, ReFS will remove that file from the file system namespace while salvaging the rest of the volume. This operation can typically be completed in under a second.

Normally, the file system cannot open or delete a corrupt file, making it impossible for an administrator to respond. But because ReFS can still salvage the corrupt data, the administrator is able to recover that file from a backup or have the application re-create it without taking the file system offline. This key innovation ensures that we do not need to run an expensive offline disk checking and correcting tool, and allows for very large data volumes to be deployed without risking large offline periods due to corruption.

A clean fit into the Windows storage stack

We knew we had to design for maximum flexibility and compatibility. We designed ReFS to plug into the storage stack just like another file system, to maximize compatibility with the other layers around it. For example, it can seamlessly leverage BitLocker encryption, Access Control Lists for security, USN journal, change notifications, symbolic links, junction points, mount points, reparse points, volume snapshots, file IDs, and oplocks. We expect most file system filters to work seamlessly with ReFS with little or no modification. Our testing bore this out; for example, we were able to validate the functionality of the existing Forefront antivirus solution.

Some filters that depend on the NTFS physical format will need greater modification. We run an extensive compatibility program where we test our file systems with third-party antivirus, backup, and other such software. We are doing the same with ReFS and will work with our key partners to address any incompatibilities that we discover. This is something we have done before and is not unique to ReFS.

An aspect of flexibility worth noting is that although ReFS and Storage Spaces work well together, they are designed to run independently of each other. This provides maximum deployment flexibility for both components without unnecessarily limiting each other. Or said another way, there are reliability and performance tradeoffs that can be made in choosing a complete storage solution, including deploying ReFS with underlying storage from our partners.

With Storage Spaces, a storage pool can be shared by multiple machines and the virtual disks can seamlessly transition between them, providing additional resiliency to failures. Because of the way we have architected the system, ReFS can seamlessly take advantage of this.

Usage

We have tested ReFS using a sophisticated and vast set of tens of thousands of tests that have been developed over two decades for NTFS. These tests simulate and exceed the requirements of the deployments we expect in terms of stress on the system, failures such as power loss, scalability, and performance. Therefore, ReFS is ready to be deployment-tested in a managed environment. Being the first version of a major file system, we do suggest just a bit of caution. We do not characterize ReFS in Windows 8 as a “beta” feature. It will be a production-ready release when Windows 8 comes out of beta, with the caveat that nothing is more important than the reliability of data. So, unlike any other aspect of a system, this is one where a conservative approach to initial deployment and testing is mandatory.

With this in mind, we will implement ReFS in a staged evolution of the feature: first as a storage system for Windows Server, then as storage for clients, and then ultimately as a boot volume. This is the same approach we have used with new file systems in the past.

Initially, our primary test focus will be running ReFS as a file server. We expect customers to benefit from using it as a file server, especially on a mirrored Storage Space. We also plan to work with our storage partners to integrate it with their storage solutions.

Conclusion

Along with Storage Spaces, ReFS forms the foundation of storage on Windows for the next decade or more. We believe this significantly advances our state of the art for storage. Together, Storage Spaces and ReFS have been architected with headroom to innovate further, and we expect that we will see ReFS as the next massively deployed file system.

FAQ:

Q) Why is it named ReFS?

ReFS stands for Resilient File System. Although it is designed to be better in many dimensions, resiliency stands out as one of its most prominent features.

Q) What are the capacity limits of ReFS?

The table below shows the capacity limits of the on-disk format. Other concerns may determine some practical limits, such as the system configuration (for example, the amount of memory), limits set by various system components, as well as time taken to populate data sets, backup times, etc.

Attribute

Limit based on the on-disk format

Maximum size of a single file

2^64-1 bytes

Maximum size of a single volume

Format supports 2^78 bytes with 16KB cluster size (2^64 * 16 * 2^10). Windows stack addressing allows 2^64 bytes

Maximum number of files in a directory

2^64

Maximum number of directories in a volume

2^64

Maximum file name length

32K unicode characters

Maximum path length

32K

Maximum size of any storage pool

4 PB

Maximum number of storage pools in a system

No limit

Maximum number of spaces in a storage pool

No limit


Q) Can I convert data between NTFS and ReFS?

In Windows 8 there is no way to convert data in place. Data can be copied. This was an intentional design decision given the size of data sets that we see today and how impractical it would be to do this conversion in place, in addition to the likely change in architected approach before and after conversion.

Q) Can I boot from ReFS in Windows Server 8?

No, this is not implemented or supported.

Q) Can ReFS be used on removable media or drives?

No, this is not implemented or supported.

Q) What semantics or features of NTFS are no longer supported on ReFS?

The NTFS features we have chosen to not support in ReFS are: named streams, object IDs, short names, compression, file level encryption (EFS), user data transactions, sparse, hard-links, extended attributes, and quotas.

Q) What about parity spaces and ReFS?

ReFS is supported on the fault resiliency options provided by Storage Spaces. In Windows Server 8, automatic data correction is implemented for mirrored spaces only.

Q) Is clustering supported?

Failover clustering is supported, whereby individual volumes can failover across machines. In addition, shared storage pools in a cluster are supported.

Q) What about RAID? How do I use ReFS capabilities of striping, mirroring, or other forms of RAID? Does ReFS deliver the read performance needed for video, for example?

ReFS leverages the data redundancy capabilities of Storage Spaces, which include striped mirrors and parity. The read performance of ReFS is expected to be similar to that of NTFS, with which it shares a lot of the relevant code. It will be great at streaming data.

Q) How come ReFS does not have deduplication, second level caching between DRAM & storage, and writable snapshots?

ReFS does not itself offer deduplication. One side effect of its familiar, pluggable, file system architecture is that other deduplication products will be able to plug into ReFS the same way they do with NTFS.

ReFS does not explicitly implement a second-level cache, but customers can use third-party solutions for this.

ReFS and VSS work together to provide snapshots in a manner consistent with NTFS in Windows environments. For now, they don’t support writable snapshots or snapshots larger than 64TB.


Posted: Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012 9:57 πμ από το μέλος Jordan_Tsafaridis | 1 σχόλια
Δημοσίευση κάτω από:
Το Hotfix Rollup 1 για τον Forefront TMG 2010 SP2 είναι πλεον διαθέσιμο

Αγαπητοί συνάδελφοι της κοινότητας ένα πολύ σημαντικό hotfix rollup για τον Forefront TMG 2010 SP2 είναι πλεόν διαθέσιμο. Το συγκεκριμένο hotfix rollup επιλύει μια σειρά σημαντικών προβλημάτων τα οποία έχουν επισημανθεί στον TMG 2010 SP2, στα οποία περιλαμβάνονται τα παρακάτω:

KB2654016 – A client may be unsuccessful in accessing a Java SSO application published to the web by Forefront TMG 2010

KB2653703 – “Error: Subreport could not be shown” error message in the User Activity or Site Activity report in Forefront TMG 2010

KB2654585 – UDP packets may become backlogged when you increase the “maximum concurrent UDP sessions per IP address” setting in Forefront TMG 2010

KB2624178 – Forefront TMG 2010 administrators may be unable to generate reports

KB2636183 – Both sides of a TCP connection are closed when the client or remote application half-closes the TCP connection in Forefront TMG 2010

KB2653669 – Summary information for the Top Overridden URLs table and for the Top Rule Override Users table display incorrect information in Forefront TMG 2010

KB2617060 – Forefront TMG 2010 enables L2TP site-to-site connections in RRAS

KB2655951 – Japanese characters in the subject line of an Alert email message are not readable in the Japanese version of Forefront TMG 2010

KB2654068 – “The Web Listener is not configured to use SSL” warning message may occur when you configure a Web Listener to use a valid SSL certificate in Forefront TMG 2010

KB2654193 – You receive a “Bad Request” error message when you try to access Outlook Web App published by Forefront TMG 2010

KB2654074 – String comparison may become case-sensitive when you published a website using Forefront TMG 2010

KB2658903 – Forefront TMG 2010 firewall service (wspsrv.exe) may crash frequently for a published website secured by SSL after you install Service Pack 2.

Το Hotfix rollup 1 για τον Forefront TMG 2010 SP2 μπορείτε να το κατεβάσετε από αυτόν τον σύνδεσμο. Μετά την εφαρμογή του συγκεκριμένου update, το καινούριο Forefront TMG 2010 build number θα είναι το 7.0.9193.515.

Posted: Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012 5:25 μμ από το μέλος Jordan_Tsafaridis | 0 σχόλια
Δημοσίευση κάτω από:
Περισσότερες Δημοσιεύσεις Επόμενη »