Οι Security administrators ενδεχομένως να αντιμετωπίσουν το ακόλουθο μήνυμα
IP spoofing alert στον Forefront TMG 2010 firewall τον οποίο έχετε εγκατεστημένο:
Alert: IP SpoofingDescription: Forefront TMG 2010 detected a possible spoof attack from the IP address 169.254.x.x. A spoof attack occurs when an IP address that is not reachable through the network adapter on which the packet was received. If logging for dropped packets is enabled, you can view the details of this attack in the Firewall log in Forefront TMG 2010 log viewer. If the IP address belongs to a VPN client, this event may be ignored.
Αυτό το alert συμβαίνει διότι ο Forefront TMG 2010 firewall έλαβε ένα πακέτο δεδομένων από το internal network interface από έναν πελάτη (client – ο οποίος μπορεί να είναι server, workstation, ή ένας άλλος host) ο οποίος δεν είχε στατική διεύθυνση (statically assigned IP address) και συνάμα δεν ήταν δυνατόν να λάβει μια διεύθυνση από έναν διακομιστή DHCP, με αποτέλεσμα ο πελάτης να επιλέξει μια IP address από το
Automatic Private IP Address Assignment (APIPA) address range όπως αυτό καθορίζεται στο πρότυπο
RFC 3927.
Μπορείτε με απόλυτη ασφάλεια να αγνοήσετε αυτό το alert, ή μπορείτε να το επιλύσετε το θέμα αυτό προσθέτοντας το δεσμευμένο δίκτυο APIPA το οποίο είναι το 169.254.0.0/16 στο εσωτερικό δίκτυο (Internal network definition). Αυτό μπορεί να επιτευχθεί ανοίγοντας το Forefront TMG 2010 management console όπου επιλέγουμε (highlighting) το Networking node στο navigation tree, και εν συνεχεία κάνουμε δεξί κλικ στο Internal network, όπου επιλέγοντας το Addresses tab, κάνουμε αμέσως κλικ στο Add Private button έχουμε την δυνατότητα να επιλέξουμε την δέσμη διευθύνσεων 169.254.0.0 – 169.254.255.255.

Σημείωση: Είναι δυνατόν να επιλύσουμε το συγκεκριμένο πρόβλημα απλά απενεργοποιώντας τα alerts για τα IP spoofing attempts. Βεβαίως, αυτό αποτελεί λανθασμένη πρακτική ασφαλείας (bad security practice) και θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποφεύγεται.
Μπορείτε να λάβετε ως σημείο αναφοράς το προηγούμενό μου
blog post όπου εκεί καταδεικνύω ότι ο καλύτερος τρόπος για να ρυθμίσουμε το εσωτερικό δίκτυο στον Forefront TMG 2010 είναι να επιλέξουμε το Add Adapter option. Αυτή παραμένει η σωστή επιλογή. Παρόλα αυτά, αυτό αποτελεί μία περίπτωση η οποία περιλαμβάνεται σε εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις όπου το ζητούμενο είναι η προσθήκη ενός επιπλέον network address space στο εσωτερικό δίκτυο έτσι ώστε να συρρικνώσουμε τον όγκο των IP spoofing alerts τα οποία δημιουργούνται από τον Forefront TMG 2010 firewall.
Το επακόλουθο αυτής της ενέργειάς μας για να υλοποιήσουμε αυτήν την αλλαγή είναι είναι ότι θα λάβουμε ένα μεγαλοπρεπές Configuration error alert το οποίο θα μας πληροφορεί ότι το εσωτερικό δίκτυο δεν συσχετίζεται με τους network adapters οι οποίοι ανήκουν σε αυτό.

Ουσιαστικά αυτό το οποίο καταφέραμε είναι να ανταλλάξουμε ένα ενοχλητικό alert με ένα άλλο. Εντούτοις ο θόρυβος ο οποίος δημιουργήθηκε από τα IP spoofing alerts από τους πελάτες με APIPA IP addresses ενδεχομένως να ορίζει ότι αυτή η ανταλλαγή (tradeoff) αξίζει τον κόπο. Επιπροσθέτως, είναι οπωσδήποτε πιο σφαλές να απενεργοποιήσουμε αυτό το configuration error alert απ’ότι το IP spoofing alert.
Σε έναν ForeFront Threat Management Gateway (TMG) 2010 firewall είναι δυνατόν να αντιμετωπίσουμε ένα Configuration Error alert όπως το παρακάτω :

Η περιγραφή του συγκεκριμένου alert ορίζει τα εξής:
“The routing table for the network adapter Internal includes IP address ranges that are not defined in the array-level network Internal, to which it is bound. As a result, packets arriving at this network adapter from the IP address ranges listed below or sent to these IP address ranges via this network adapter will be dropped as spoofed. To resolve this issue, add the missing IP address ranges to the array network.
The following IP address ranges will be dropped as spoofed:
External:172.16.2.0-172.16.3.255;

Το alert είναι το αποτέλεσμα του Forefront TMG firewall routing table και του network definition το οποίο είναι εκτός συγχρονισμού (being out of sync) μεταξύ τους. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα το routing table μοιάζει όπως το παρακάτω:

Εντούτοις το Forefront TMG Internal network definition μοιάζει όπως το παρακάτω:

Όπως διαπιστώνετε, ο Forefront TMG firewall είναι ρυθμισμένος με ένα Internal network IP address range το οποίο είναι το 172.16.1.0/24. Παρόλα αυτά το routing table περιλαμβάνει επιπλέον static routes τα οποία κάνουν τα δίκτυα 172.16.2.0/24 και 172.16.3.0/24 προσβάσιμα.
Για να επιλύσουμε αυτό το θέμα επιλέγουμε (highlight) το Networking node στο navigation tree. Εν συνεχεία επιλέγουμε το Networks tab στο κέντρο του παραθύρου, και αμέσως μετά επιλέγουμε το δίκτυο το οποίο αντιστοιχεί στην δέσμη των IP address οι οποίες περιλαμβάνεται στο συγκεκριμένο alert. Στο παράδειγμά μας η δέσμη διευθύνσεων 172.16.2.0-172.16.3.255 επίσης ανήκει στο εσωτερικό δίκτυο. Κάνοντας δεξί κλικ στο εσωτερικό δίκτυο (Internal network) εν συνεχεία επιλέγουμε τα properties, και αμέσως μετά επιλέγουμε το Addresses tab, όπου εκεί αφαιρούμε όλα τα address ranges τα οποία προηγουμένως είχαν ρυθμιστεί. Το επόμενο βήμα, είναι να επιλέξουμε την επιλογή Add Adapter και εν συνεχεία επιλέγουμε το network adapter γι’αυτό το δίκτυο.

Με την μέθοδο αυτή το IP address range για το δίκτυο αυτό δημιουργείτε χρησιμοποιώντας το routing table για το συγκεκριμένο network interface. Συνεπώς αυτή η μέθοδος αποτελεί την ενδεδειγμένη μέθοδο για τον καθορισμό IP address ranges για τα Forefront TMG networks. Ολοκληρώνοντας σώστε τις αλλαγές και κάνετε εφαρμογή (apply) του configuration.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την ρύθμιση (configuration) των network interfaces στον Forefront TMG 2010 firewall, σας προτρέπω να διαβάσετε τα εξαιρετικά άρθρα του
Jason Jones τα οποία είναι σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα:
Recommended Network Adapter Configuration for Forefront TMG Standard Edition ServersRecommended Network Adapter Configuration for Forefront TMG Enterprise Edition Servers
Το πλέον ενημερωμένο hotfix rollup για τον Forefront TMG 2010 SP2 είναι πλέον διαθέσιμο. Το update περιλαμβάνει επιδιορθώσεις (fixes) για τα παρακάτω θέματα:
KB2701952 – “Access is denied” status error when you use a delegated user account to try to monitor services in Forefront TMG 2010.
KB2700248 – A server that is running Forefront TMG 2010 may randomly stop processing incoming traffic.
KB2700806
– Connectivity verifier that uses the “HTTP request” connection method
may not detect when a web server comes back online in Forefront TMG
2010.
KB2705787
– The Firewall service may intermittently crash when it processes
client web proxy requests in a Forefront TMG 2010 environment.
KB2701943
– Error message when you try to join a Forefront 2010 server to an
array: “The Operation Failed. Error code – 0×80070002 – the system
cannot find the file specified”.
KB2705829 – The Firewall service may stop responding to all traffic on a server that is running Forefront TMG 2010.
KB2694478
– Dynamic Caching may incorrectly delete recently cached objects from a
caching server that is running Forefront TMG 2010 or ISA Server 2006.
Μπορείτε να το κατεβάσετε το hotfix rollup 2 για τον Forefront TMG 2010 SP2 από αυτόν τον σύνδεσμο. Μετά την εφαρμογή του συγκεκριμένου update, το Forefront TMG 2010 build number θα είναι το 7.0.9193.540.
Αγαπητοί συνάδελφοι της κοινότητας ο σκοπός του
συγκεκριμένου άρθρου είναι να παρουσιάσω τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να
επαναφέρουμε (restore) μια
εγκατάσταση Windows
Server 2008
R2 από αντίγραφο
ασφαλείας (back-up) σε ένα καινούριο σύστημα το οποίο δεν
έχει λειτουργικό σύστημα εγκατεστημένο (bare metal restore).
Εισαγωγή
Θα συμφωνήσετε
μαζί μου ότι ένα επιτυχές disaster recovery είναι
άμεσα συνδεδεμένο με την προετοιμασία η οποία θα πρέπει να λάβει χώρα πριν από
την εμφάνιση μιας δυσάρεστης κατάστασης, μιας και όπως έλεγαν και οι αρχαίοι “ενός
κακού μύρια έπονται”. Υπάρχουν αρκετοί διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους μπορούμε
να επαναφέρουμε έναν Windows server
όταν το system
drive τεθεί εκτός λειτουργίας. Η
διαδικασία την οποία πρόκειται να ακολουθήσουμε είναι πολύ απλή και διακριτή : απλά
θα αντικαστήσουμε τον χαλασμένο σκληρό δίσκο, εν συνεχεία θα κάνουμε boot
τον server
από το Windows
installation media,
και τέλος θα εκκινήσουμε την διαδικασία του restore. Βεβαίως
υπάρχουν ορισμένα θέματα τα οποία θα πρέπει να λάβουμε υπόψην μας τα οποία θα τα
παρουσιάσω στην συνέχεια του συγκεκριμένου άρθρου.
Περιβάλλον δοκιμής
Για λόγους απλότητας
το περιβάλλον δοκιμής δεν είναι παρά ένα εικονικό περιβάλλον βασισμένο στον Microsoft Hyper-V. Ο
server στον οποίο θα κάνουμε restore
είναι μια
εικονική μηχανή με όνομα SEA-FS1
μέλος του contoso.com domain. Το
backup θα αποθηκευθεί σε έναν μοιραζόμενο φάκελο ο οποίος
βρίσκεται στον Hyper-V
host και στον οποίο αυτή η εικονική μηχανή τρέχει. Αντιστοίχως
το "bare metal system"
στο οποίο θα γίνει το restore του backup
είναι επίσης
μια άλλη εικονική μηχανή στην οποία δεν είναι εγκατεστημένο το λειτουργικό σύστημα. Σε
αυτό το σημείο είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι τα βήματα τα οποία θα ακολουθήσουμε
είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά τα οποία θα κάναμε εάν πρόκειται για το back
ενός
φυσικού server και αντιστοίχως για το restore
σε επίπεδο bare metal.
Δημιουργία
αντιγράφου ασφαλείας του Server
Ας
ξεκινήσουμε λοιπόν. Στην παρακάτω Εικόνα
1 εμφανίζεται ο file server
πριν από
την “καταστροφή” και κρίνεται απαραίτητο να γίνει restore. Το
όνομα του server και το domain
εμφανίζονται
μέσα στον κόκκινο κύκλο καθώς επίσης και στο title
bar του παραθύρου Virtual
Machine Connection :

Εικόνα 1:
Ο server πριν την καταστροφή (crashed)
Θα κάνουμε εν
συνεχεία αντιστοίχιση (map) σε ένα drive
letter τον μοιραζόμενο φάκελο (shared
folder) με όνομα Backups στον Hyper-V
host έτσι ώστε να είμαστε σε θέση να αποθηκεύσουμε
το backup στο "δίκτυο - on
the network" όταν θα το
δημιουργήσουμε:

Εικόνα 2:
Προετοιμασία για back up
του server
Εισάγουμε τα
credentials για να μας δοθεί πρόσβαση στον μοιραζόμενο
φάκελο στον host:

Εικόνα 3:
Προετοιμασία για back up
του server
Όπως θα παρατηρήσετε
την δεδομένη χρονική στιγμή δεν υπάρχουν backup
sets εντός του συγκεκριμένου μοιραζόμενου φάκελου:

Εικόνα 4:
Ο φάκελος είναι κενός και δεν υπάρχουν backup
sets.
Αμέσως μετά πληκτρολογούμε
"backup" στο Start menu
search box για να ενεργοποιήσουμε
το Windows Server Backup
feature (το οποίο βέβαια θα πρέπει να έχει ήδη
εγκατασταθεί στον server πριν το
χρησιμοποιήσουμε):

Εικόνα 5:
Βήμα 1 της διαδικασίας του back up
του server
Όταν το παράθυρο
Windows Server Backup
ανοίγει,
κάνουμε κλικ στο Backup Once
όπως αυτό
απεικονίζεται στην παρακάτω εικόνα:

Εικόνα 6:
Βήμα 2 της διαδικασίας του back up
του server
Στην σελίδα Backup
Options του wizard, βεβαιωθείτε ότι έχετε
επιλέξει την επιλογή Different Options:

Εικόνα 7:
Βήμα 3 της διαδικασίας του back up
του server
Στην σελίδα Select Backup Configuration, επιλέγουμε Custom:

Εικόνα 8:
Βήμα 4 της διαδικασίας του back up
του server
Στην σελίδα Select Items For Backup, κάνουμε κλικ στο Add Items button:

Εικόνα 9:
Βήμα 5 της διαδικασίας του back up
του server
Στο πλαίσο διαλόγου
Select Items, επιλέγουμε το checkbox με
την ονομασία Bar Metal Recovery.
Εφαρμόζοντας αυτή την επιλογή θα γίνει αυτόματη επιλογή και όλων των υπολοίπων checkboxes επίσης:

Εικόνα 10:
Βήμα 6 της διαδικασίας του back up
του server
Κάνοντας κλικ
στο OK μας επιστρέφει στην σελίδα Select
Items For Backup. Κάνουμε
κλικ στο Next στην σελίδα αυτή:

Εικόνα 11:
Βήμα 7 της διαδικασίας του back up
του server
Στην σελίδα Specify Destination Type, επιλέγουμε το Remote Shared Folder:

Εικόνα 12:
Βήμα 8 της διαδικασίας του back up
του server
Στην σελίδα Specify
Remote Folder, πληκτρολογούμε το UNC
path του μοιραζόμενου φακέλου στο "δίκτυο"
όπου εκεί πρόκειται να αποθηκεύσουμε τα backups.
Το path το οποίο καθορίζουμε είναι το \\HV-1\Backups
και αφήνουμε
όλες τις άλλες επιλογές στην σελίδα στις default
ρυθμίσεις:

Εικόνα 13:
Βήμα 9 της διαδικασίας του back up
του server
Στο credential prompt, καθορίζουμε τα credentials για
την πρόσβαση στον μοιραζόμενο φάκελο στον host:

Εικόνα 14:
Βήμα 10 της διαδικασίας του back up
του server
Μετά από την
επισκόπηση της σελίδας Confirmation, κάνουμε κλικ στο Backup
για να ξεκινήσει το back up
του server:

Εικόνα 15:
Βήμα 11 της διαδικασίας του back up
του server
Ο server
γίνεται
πλέον back up:

Εικόνα 16: Βήμα
12 της διαδικασίας του back up
του server
Το Backup έχει ολοκληρωθεί:

Εικόνα 17:
Ο server έχει γίνει back
up
Ανοίγουμε εν
συνεχεία το mapped drive στον Explorer για
να επιβεβαίωσουμε ότι το backup set
βρίσκεται
αποθηκευμένο εκεί:

Εικόνα 18:
Ο server πράγματι έχει γίνει back
up
Σε αυτό το σημείο
κάνουμε shut down τον file
server και κλείνουμε την εικονική μηχανή. Τώρα
είμαστε για την διαδικασία του restore σε επίπεδο bare
metal!
Επαναφορά του Server (Restoring the Server to Bare Metal)
Στην εικόνα 19
όπως αυτή απεικονίζεται παρακάτω, εμφανίζεται μια εικονική μηχανή η οποία
ονομάζεται Bare Metal System.
Όπως θα παρατηρήσετε όταν δοκιμάζουμε να κάνουμε boot
στο system
το boot
αποτυγχάνει
διότι πολύ απλά δεν υπάρχει εγκατεστημένο λειτουργικό σύστημα στην συγκεκριμένη
μηχανή:

Εικόνα
19:
Η εικονική μηχανή bare metal
system δεν έχει εγκατεστημένο λειτουργικό σύστημα
Για να εκκινήσουμε
την διαδικασία του recovery, χρειάζεται για να
κάνουμε boot το bare metal
system να χρησιμοποιήσουμε το Windows
media. Λόγω του ότι το σύστημά
μας είναι μια εικονική μηχανή, κάνουμε attach
μια εικόνα
.iso των Windows Server
2008 R2 installation media
στα settings της
εικονικής μηχανής και αμέσως μετά κάνουμε restart
την εικονική
μηχανή. Σε λίδα δευτερόλεπτα εμφανίζεται το πλαίσιο διαλόγου Install
Windows dialog:

Εικόνα
20:
Βήμα 1 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server
σε
επίπεδο bare metal
Αμέσως μετά κάνουμε
κλικ στο Next στην προηγούμενη εικόνα, και εν συνεχεία επιλέγουμε
την επιλογή Repair Your Computer η
οποία απεικονίζεται κάτω αριστερά όπως αυτόαπεικονίζεται στην παρακάτω εικόνα:

Εικόνα
21:
Βήμα 2 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server
σε
επίπεδο bare metal
Στο πλαίσο διαλόγου System Recovery Options, επιλέγουμε την επιλογή "Restore your computer using a system image that
you created earlier":

Εικόνα
22:
Βήμα 3 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server
σε
επίπεδο bare metal
Όταν το πλαίσο
διαλόγου Re-image Your
Computer εμφανιστεί, κάνουμε κλικ στο Cancel:

Εικόνα
23:
Βήμα 4 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server
σε
επίπεδο bare metal
Σημειώση:
Εάν το
backup το οποίο κάνουμε restore
βρίσκεται
σε ένα σκληρό δίσκο ο οποίος είναι συνδεδεμένος στο σύστημα (για παράδειγμα ένα
εξωτερικό USB drive) το πλαίσο διαλόγου Re-image
Your Computer δεν πρόκειται να
εμφανιστεί. Αντιθέτως θα κατευθυνθείτε απευθείας στην επόμενη οθόνη η
οποία απεικονίζεται παρακάτω και στην οποία θα πρέπει να επιλέξετε την πρώτη επιλογή
"Use the latest
available system
image (recommended)" για να
προχωρήσει η διαδικασία του restore.
Στην σελίδα Select
A System Image
Backup, βεβαιωθείτε ότι έχετε επιλέξει την επιλογή Select
A System Image
και αμέσως
μετά κάνουμε κλικ στο Next:

Εικόνα
24:
Βήμα 5 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server
σε
επίπεδο bare metal
Στην επόμενη
σελίδα δεν θα πρέπει να εμφανιστούν backups. Ο
λόγος είναι ότι τα back up
του server
βρίσκονται
στο δίκτυο (σε ένα μοιραζόμενο φάκελο στον host)
και όχι σε ένα τοπικό δίσκο στο σύστημά μας ή σε ένα συνδεδεμένο USB
drive. Εάν το back
up είναι σε τοπικό δίσκο και όχι στο δίκτυο, θα μπορέσπυμε
να συνεχίσουμε την διαδικασία του restore ξεκινώντας από την
Εικόνα 30 παρακάτω.
Στην σελίδα η
οποία απεικονίζεται παρακάτω, κάνουμε κλικ στο Advanced:

Εικόνα
25:
Βήμα 6 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server
σε
επίπεδο bare metal
Στο πλαίσο διαλόγου
το οποίο εμφανίζεται, επιλέγουμε την επιλογή "Search
for a system
image on the
network" όπως αυτή εμφανίζεται παρακάτω:

Εικόνα
26:
Βήμα 7 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server
σε
επίπεδο bare metal
Σημείωση:
Στο συγκεκριμένο
περιβάλλον δοκιμής θα πρέπει να γνωρίζετε ότι υπάρχει εν λειτουργία ένας DHCP
server και για τούτο τον λόγο το Windows
Recovery Environment είναι σε θέση να
συνδεθεί στον μοιραζόμενο δικτυακό φάκελο (network
share) όπου το backup set
είναι
αποθηκευμένο.
Στο πλαίσιο διαλόγου
Are You Sure
το οποίο
εμφανίζεται αμέσως μετά κάνουμε κλικ στο Yes:

Εικόνα
27:
Βήμα 8 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server
σε
επίπεδο bare metal
Σημείωση:
Όπως
μας προειδοποιεί το παραπάνω πλαίσιο διαλόγου, η διαδικασία restore
ενός συστήματος
από ένα backup το οποίο είναι αποθηκευμένο στο δίκτυο δεν είναι
τόσο ασφαλές όσο από ένα back up
το οποίο
είναι αποθηκευμένο σε έναν τοπικό δίσκο. Συνεπώς θα πρέπει να λάβετε σοβαρά υπόψην
την παρατήρηση αυτή όταν σχεδιάζετε μια υποδομή disaster recover για τους δικούς σας servers!
Πληκτρολογείστε
το UNC path στο οποίο βρίσκεται αποθηκευμένο
το backup στο δίκτυο:

Εικόνα
28:
Βήμα 9 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server
σε
επίπεδο bare metal
Εισάγουμε τα
απαραίτητα credentials για να αποκτήσουμε πρόσβαση στον δικτυακό
φάκελο:

Εικόνα
29:
Βήμα 10 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server
σε
επίπεδο bare metal
Μόλις το Windows
Recovery Environment έχει συνδεθεί στον δικτυακά
μοιραζόμενο φάκελο θα πρέπει αυτομάτως να έχετε διαθέσιμη μία λίστα με τα
διαθέσιμα backup στον μοιραζόμενο δικτυακό φάκελο. Επιλέγουμε
αυτό το οποίο επιθυμούμε και αμέσως μετά κάνουμε κλικ στο Next
όπως
απεικονίζεται στην παρακάτω εικόνα:

Εικόνα
30:
Βήμα 11 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server
σε
επίπεδο bare metal
Τώρα
επιλέγουμε το backup set από το οποίο θέλουμε
να κάνουμε restore:

Εικόνα
31: Βήμα
12 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server
σε
επίπεδο bare metal
Κάνοντας κλικ
στο Next έχει ως αποτέλεσμα την αυτόματη εμφάνιση της
σελίδας Choose Additional Restore
Options:

Εικόνα
32:
Βήμα 13 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server
σε
επίπεδο bare metal
Εάν κάνουμε κλικ
στο Advanced, μπορούμε να δούμε ότι το σύστημα θα κάνει αυτόματα
restart αμέσως μόλις η διαδικασία του restore
ολοκληρωθεί
σε συνδυασμό με έλεγχο στον δίσκο για τυχόν λάθη. Θα
αφήσουμε και τις δύο αυτές επιλογές να παραμείνουν επιλεγμένες:

Εικόνα
33:
Βήμα 14 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server
σε
επίπεδο bare metal
Κάνοντας κλικ
στο Next ερωτόμαστε να επιβεβαιώσουμε τις επιλογές μας:

Εικόνα
34:
Βήμα 15 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server
σε
επίπεδο bare metal
Κάνουμε κλικ στο Yes για να επιβεβαιώσουμε το YES I DEFINITELY WANT TO RESTORE FROM BACKUP:

Εικόνα
35:
Βήμα 16 της διαδικασίας επαναφοράς (restore) του server
σε
επίπεδο bare metal
Αμέσως μετά
λαμβάνουμε το παρακάτω μήνυμα λάθους:

Εικόνα
36: Το restore απέτυχε!
Δυστυχώς κάτι
πήγε λάθος αλλά τί? Ας ξεκινήσουμε την όλη διαδικασία του restore
από την αρχή με
σημείο εκκίνησης την εικόνα 19 again...
Αλλά και πάλι
λαμβάνουμε ένα διαφορετικό αλλά και πιο σοβαρό μήνυμα λάθους:

Εικόνα
37:
Το restore απέτυχε ξανά!!
Κάνουμε κλικ
στο Details link στο παραπάνω πλαίσιο διαλόγου
και μας εμφανίζεται η παρακάτω απάντηση:

Εικόνα
38:
Ευχαριστώ για την συμβουλή
Τελικά τι
μπορεί να οδήγησε την διαδικασία στην δημιουργία αυτού του λάθους? Ψάχνοντας λίγο
στο διαδίκτυο και συγκεκριμένα μετά από αναζήτηση σε αυτό thread
από τα Microsoft TechNet
Forums μας δίδεται η απάντηση.
Η απάντηση η
οποία δίδεται στα Microsoft TechNet
Forums από τον συγκεκριμένο τεχνικό είναι ότι το πρόβλημα
οφείλεται στο γεγονός όπως και στην περίπτωσή μας ότι στα settings της
εικονικής μηχανής Bare Metal
System στον Hyper-V
Manager, το virtual
hard drive αυτής της μηχανής
στην πράξη είναι σε μέγεθος μικρότερο από το μέγεθος του αρχείου VHD
του πρωτότυπου
συστήματος SEA-FS1.
Δίδαγμα : Βεβαιωθείτε ότι ο σκληρός δίσκος του bare
metal system στον οποίο πρόκειται να
γίνει restore έχει χωρητικότητα ίση ή μεγαλύτερη από την
χωρητικότητα του σκληρού δίσκου του συστήματος το οποίο έχει τεθεί εκτός
λειτουργίας.
Για να το διορθώσουμε αυτό το σφάλμα, αποσυνδέουμε το VHD file από την Bare
Metal System VM, δημιουργούμε ένα καινούριο VHD με μέγεθος ίσο με αυτό του συνδεδεμένου στην SEA-FS1 VM, και επανεκκινούμε την διαδικασία του restore ξεκινώντας ξανά από την Εικόνα 19, και όπως είναι φυσικό επακκόλουθο η διαδικασία του restore πλέον λειτουργεί κανονικά:

Εικόνα
39:
Το restore τώρα δουλεύει σωστά. Τι ανακούφιση!!
Αφότου ολοκληρωθεί
η διαδικασία του restore σε επίπεδο bare
metal επιτυχώς και η εικονική μηχανή κάνει reboot,
κάνουμε log on για να διαπιστώσουμε ότι
ο ανακτημένος (recovered)
server έχει το ίδιο όνομα όπως και ο πρωτότυπος server
(συγκρίνετε την εικόνα παρακάτω με την εικόνα 1 στην αρχή του συγκεκριμένου άρθρου):

Εικόνα
40: Tο restore ολοκληρώθηκε.
Ελπίζω ότι το συγκεκριμένο άρθρο να το αξιολογήσετε ώς ιδιαίτερα χρήσιμο.
Monday, March 26, 2012 | by Bryan Semple
Vendor food fights are sometimes enjoyable to watch provided you are
not in the middle. Last week, we saw VMware react to a SolarWinds blog
post claiming that Gartner is predicting that 85% of businesses with
less than 1,000 employees will be Microsoft Hyper-V shops. The
SolarWinds reference is not quoted, so it is tough to say whether this
is accurate or not. VMware countered with:
Gartner states, “By 2015, at least 75% of Hyper-V VMs will be installed in enterprises with fewer than 1,000 employees” in the “VMware vs. Microsoft: Competition for the Cloud Infrastructure” presentation done by Thomas Bittman at the 2011 Gartner Datacenter conference in Dec 2011.
They are saying of all the Hyper-V VMs, 75% of them will be in SMB
with <1000 employees. This does not mean that 75% (or 85%) of SMBs
will use Hyper-V.
So now the question - does this fact throw down even matter? Does
anyone believe Microsoft will not dominate the low end of the SMB market
and gradually crawl their way up the market?
Bernd Herzog writing for the Virtualization Practice had an interesting post on the future of VMware entitled: "VMware - The Next Microsoft, or the Next Oracle?"
In this posting, Bernd compares the product, pricing, and go to market
behavior for these two industry giants. Bernd argues you have to pick a
path since you can't serve two masters. He goes on to conclude:
"that
VMware will leave itself open to being eaten from below by Microsoft
Hyper-V (especially in Windows only SMB/SME accounts)"
Strong words indeed. For 2012, we predicted this would be the year
of Hypervisor Heterogenity with multiple hypervisors existing in many
accounts. What SolarWinds and Bernd appear to be saying is that there
will be more stratification, the co-existence at least in the SMB
space.
All this reminds me of the database wars of the 1990s. IT shops in
the 90's identified themselves as either Oracle or Informix or Sybase
shops. Accounts would make standardization decisions for all their
database needs. Today, I don't think IT organizations look at
themselves this way as most have a mix of Oracle databases and Microsoft
SQL Server. Interestingly, Microsoft's dominance through their slow
and steady attack on the database market looks very similar to what is
about to occur with hypervisors.
So who is right in this food fight? SolarWinds or VMware? I don't
know who has the right facts. But I do know that the Microsoft Hyper-V
wave seems to be starting. The amount of attention being paid to a
product that is not even shipping is impressive. Organizations should
be alert to avoid VMware vendor lock in unless
they truly understand all the costs involved with being a single vendor
shop. Just ask all those Oracle customers out there.
Finally, I will close with this tweet from industry blogger Jason
Boche that caught my eye on our social monitoring screen (yes Jason, we
track your every tweet).
Αγαπητοί συνάδελφοι της κοινότητας σκοπός του συγκεκριμένου άρθρου είναι η καταγραφή και η παρουσίαση σε ένα πίνακα σε συνδυασμό με μια συνοπτική περιγραφή των χαρακτηριστικών τα οποία θα περιλαμβάνει ο επερχόμενος Microsoft Windows Server 8. Ο πίνακας αυτός θα ανανεώνεται κάθε φορά που θα παρουσιάζονται καινούρια χαρακτηριστικά μέχρι την επίσημη παρουσίαση και την έναρξη διάθεσης του Windows Server 8. Ελπίζω ότι θα συμφωνήσετε για την χρησιμότητά του.
|
Χαρακτηριστικό
|
Περιγραφή
|
|
Active/Active File Share
Clusters
|
Using CSV and a witness as
features, you can create an active/active file share failover cluster. This
is supported for services that use large file with little metadata access,
e.g. Hyper-V. In other words, you can use a file share cluster instead of a SAN
for your Hyper-V cluster.
|
|
Asymmetric Hyper-V Cluster
|
A single cluster with
Hyper-V and Active/Active File Server roles
|
|
BitLocker & HA
|
The ability to encrypt
parent partition disks and cluster shared volumes using BitLocker for
physical security of virtual machines and data. Uses a Cluster Name Object
(CNO) for locking and unlocking CSVs.
|
|
Boot From SAN
|
VMs can boot from iSCSI or
Fibre Channel disks, rather than just the traditional VHD(X)
|
|
Cluster Aware Updating
|
Automate the Windows Update
process for clustered hosts. It automatically drains hosts of VMs and patches
them in order.
|
|
Cluster Scalability
|
Up to 63 hosts and up to
4,000 VMs
|
|
Concurrent Live Migration
|
Perform many live migrations
at once between two hosts, with the only limit being your bandwidth.
|
|
Converged Fabrics
|
Simplified host networking
by merging all of the various LAN, SAN, and cluster networks to a reduced
number of teamed high bandwidth NICs.
|
|
CSVFS
|
CSVs are easier to backup.
Although they are still NTFS, they appear as CSVFS for easier identification
as CSVs in disk administration tools.
|
|
Data Center Bridging
|
DCB enables very different
networking protocols to run on the same network infrastructure, and therefore
helps enable the convergence of LANs and SANs onto a single unified fabric.
|
|
Dedup & Thin Provisioning
|
Windows 8 can use just the
storage space that is required by not needlessly storing “empty” space (thin
provisioning) or redundant data (de-duplication)
|
|
DHCP Guard
|
Ban DHCP traffic from rogue
DHCP services running in VMs.
|
|
Direct I/O Backup
|
VMs on Cluster Shared
Volumes (CSVs) can be backed up without Redirected I/O (Mode/Access).
|
|
Drain VMs
|
Easy host maintenance by
draining VMs from the host
|
|
Dynamic Memory Minimum Memory
|
Once a VM has booted it can
balloon down to the Minimum setting if it is underutilising the memory
allocated by the Startup setting.
|
|
Dynamic Virtual Machine Queue
|
DMVQ will dynamically span
processing VMQ n/w traffic across more than one CPU. It will automatically
scale up and scale down the CPU utilisation based on demand
|
|
Extensibale Hyper-V Switch
|
Replacing the virtual
network, this intelligent virtual switch offers extensibility for partners,
with products already announced by the likes of Cisco and Brocade.
|
|
Failover Prioritisation
|
Order the failover of VMs
based on application dependencies.
|
|
Guest Application Monitoring
|
Configure Failover
Clustering to restart or failover VMs based on monitored events that occur
inside of the VM.
|
|
Guest NUMA
|
Virtual machines are aware
of Non-Uniform Memory Architecture and can schedule processes in accordance
with memory placement at the physical layer. Guest NUMA can be customised on
a per-VM basis.
|
|
High Availability
|
A feature of Failover
Clustering, allowing a service or VM to failover from one host to another,
enabling machine fault tolerance and maintenance windows with minimised
service downtime.
|
|
Host Scalability
|
160 physical logical
processors, up to 2 TB RAM, removal of the 8:1 logical to virtual processor
limit.
|
|
Hyper-V Replica
|
Asynchronous replication of
virtual machines from one location to another, supporting VSS snapshots,
failover, and IP address injection.
|
|
IPsec Task Offload
|
IPsecTO moves this workload
from the main host’s CPU to a dedicated processor on the network adapter
|
|
Live Migration
|
Move a virtual machine from
one host to another. This does not require Failover Clustering in Windows
Server 8.
|
|
Live Storage Migration
|
Physically relocate a VM by
first copying it and synchronising I/O until the source and destination are
identical. Can leverage Offloaded Data Transfer (ODX) in a SAN to make the
process up to 90% faster.
|
|
Multi-Tenancy
|
With features such as Network
Virtualisation, PVLANs, and PORT ACLs, you can use Windows 8 Hyper-V in
multi-tenant environments such as IaaS public cloud hosting.
|
|
Native 4k disk support
|
This will allow disk
alignment for VHDs created on 4k sector physical disks, thus improving
performance.
|
|
Network Virtualisation
|
The abstraction of virtual
IP address from physical IP address, allowing easier mobility of VMs across
fabrics. This is a key feature of multi-tenancy.
|
|
NIC Teaming
|
Team NICs in Windows Server
8 (and Hyper-V) for bandwidth aggregation and network path fault tolerance.
The NICs do not need to be from the same manufacturer.
|
|
Online Disk Repair
|
Windows 8 will detect
storage faults and incrementally fix them with brief delays to I/O traffic
that don’t interrupt it. Should replace the need for
offline chkdsk.
|
|
Port ACLs
|
Define allowed communication
paths between virtual machines based on IP range or MAC address.
|
|
PowerShell
|
Hyper-V has around 150
built-in PowerShell cmdlets. 100% of features are revealed via PowerShell.
|
|
PVLAN
|
VLANs are slow to configure
in the physical network and there is a limit on how many can be configured.
Private VLANs allow Hyper-V to replace this physical networking feature.
|
|
QoS
|
Specify maximum limits and
minimum guarantees for network communications.
|
|
Receive Side Coalescing
|
RSC aggregates packets from
the same TCP/IP flow into one larger packet, reducing per-packet processing
costs for faster TCP/IP processing
|
|
Receive Side Scaling
|
RSS allows the receive side
network load from a network adapter to be shared across multiple processors
|
|
Remote Direct Memory Access
|
RDMA enables more efficient
access of data on file shares.
|
|
Resource Metering
|
Measure CPU, network and
memory on a per-VM basis. This data is stored with the VM and moves with the
VM.
|
|
Single Root I/O
Virtualisation
|
SR-IOV allows a physical NIC
to appear to be a number of physical NICs, and allows virtual machine
networking to bypass the virtual switch.
|
|
SMB 2.2
|
SMB 2.2 supports RDMA and is
in Windows Server 8. Storage of VMs is supported on SMB 2.2. file shares. With
NIC teaming, you get multi-channel SMB.
|
|
Snapshot Live Merge
|
You do not have to shut down
a VM to merge a snapshot in Windows 8, resolving a major support issue.
|
|
Storage Pools
|
An aggregation of disks
without any RAID. They can be as loosely coupled as a bunch of USB drives.
The disks can be different sizes. A pool does not appear in Explorer. You can
create Storage Spaces from Storage Pools. This is one of the storage types
you could use to create a scalable and continuously available active/active
file share cluster.
|
|
Storage Spaces
|
A thinly provisioned slice
of storage from a storage pool. Can be a 2-copy-mirror (Like RAID 1 in
concept and performance), 3-copy-mirror, or parity (like RAID 5 in concept
and performance) storage space. Can be lots of spaces in a single pool. A
space is divided up into slabs across disks in the pool depending on the
fault tolerance chosen. Advanced configuration allows you to choose which
pool disks to use.
|
|
Unified Tracing
|
Enables network diagnostics
in the Hyper-V Extensible Switch
|
|
VHDX
|
The default virtual disk
type, expanding up to 16 TB, and supporting dynamic and fixed types.
|
|
Virtual Fibre-Channel Adapter
|
A host’s fibre channel
adapter can be virtualised, thus enabling VMs to have their own WWN and
direct access to the SAN.
|
|
Virtual Machine Scalability
|
32 virtual processors, 512 GB RAM
|
|
Virtualisation Aware Domain Controllers
|
Windows Server 8 domain
controllers are aware if they are Windows 8 Hyper-V VMs. This
prevents USN rollback (VM restore or snapshot application).
|
|
Windows 8 Client
|
Hyper-V is included in the
client operating system for free. It’s the same Hyper-V as in the server,
offering VM mobility and an easy introduction to Microsoft’s enterprise
virtualisation. The client version of Hyper-V requires Second Level
Address Translation (SLAT) in the CPU (Intel EPT, AMD RVI/NPT).
This is not a requirement in the server version, but it is recommended.
|
Αγαπητοί συνάδελφοι της κοινότητας σήμερα ο Windows Server 2008 R2 Hyper-V έλαβε την επιβράβευση - πιστοποίηση κατά το BSI EAL 4+ Security Certification. Διαβάστε παρακάτω την ανακοίνωση στην Αγγλική γλώσσα.
Windows Server 2008 R2 Hyper-V has just achieved
EAL 4+ security certification from the
Federal Office for Information Security (Bundesamtes für Sicherheit in der Informationstechnik – BSI) in Germany.
According to
Wikipedia: EAL4 is the highest level at which it is likely to be economically
feasible to retrofit to an existing product line. EAL4 is therefore
applicable in those circumstances where developers or users require a
moderate to high level of independently assured security in conventional
commodity TOEs and are prepared to incur additional security-specific
engineering costs.
Αγαπητοί συνάδελφοι της κοινότητας στο τέταρτο αυτό μέρος
αυτής της σειράς άρθρων έφτασε πλέον η στιγμή να παρουσιάσουμε την διαδικασία
εγκατάστασης των Windows
από
το deployment
image το
οποίο έχουμε προηγουμένως δημιουργήσει.
Εισαγωγή
Στο προηγούμενο
άρθρο της συγκεκριμένης σειράς σας παρουσίασα τον τρόπο με τον οποίο μπορείτε να
δημιουργήσετε ένα deployment image
και εν
συνεχεία την προσθήκη του στο Windows Deployment Service. Παρότι το image
το οποίο
δημιουργήσαμε είναι εκκινήσιμο (bootable) σε αυτό το χρονικό
σημείο ωστόσο στην πραγματικότητα δεν είναι έτοιμο προς χρήση. Με δεδομένη την πρόθεσή
μας να δημιουργήσουμε ένα private cloud
ο αντικειμενικός
στόχος μας είναι να είμαστε σε θέση να δημιουργήσουμε εικονικές μηχανές “on
the fly” διαμέσου ενός self-service
console. Συνεπώς για να είναι δυνατή η επίτευξη αυτού
του στόχο απαιτείται το κάθε deployment image
που θα
υλοποιήσουμε να γίνει normalized.
Όπως όλοι πιθανώς
γνωρίζετε, κάθε εγκατάσταση των Windows περιλαμβάνει πληροφορίες
οι οποίες σχετίζονται με το όνομα του υπολογιστή (computer name) καθώς επίσης και
μια ταυτότητα SID η οποία καθορίζει με μοναδικό τρόπο τον κάθε
υπολογιστή στο δίκτυο. Συνεπώς, οι εικονικές μηχανές οι οποίες τρέχουν τα Windows
δεν δύναται
να αντιγραφούν (cloned) εφόσον τρέχουν μια
κανονική εγκατάσταση των Windows διότι διαδικασία
αντιγραφής (Cloning Process) θα οδηγούσε στην
ύπαρξη διπλών μηχανών (duplicate machines)
στο δίκτυο. Συνεπώς στην περίπτωσή μας, θα πρέπει να κάνουμε normalize το
deployment image
το οποίο
έχουμε ήδη δημιουργήσει. Κατά την εφαρμογή του Normalizing στο
image αφαιρείται κάθε μοναδική πληροφορία ταυτοποίησης
(uniquely identifying information)
έτσι ώστε η εικονική μηχανή να μπορεί να αναπαραχθεί όσες φορές χρειάζεται.
Έχοντας τα παραπάνω
υπόψην μας, ας προχωρήσουμε μπροστά δημιουργώντας μια εικονική μηχανή και εν συνεχεία
κάνοντας normalize στην συγκεκριμένη εικονική μηχανή
χρησιμοποιώντας το deployment image
το οποίο
έχουμε ήδη δημιουργήσει. Η διαδικασία ξεκινά σε έναν server
ο οποίος
τρέχει τον Hyper-V στον οποίο
δημιουργούμε μια καινούρια εικονική μηχανή. Στην πράξη, φορτώνουμε στην μνήμη τον
Hyper-V Manager
και εν συνεχεία
επιλέγουμε την εντολή New | Virtual
Machine από το Actions
pane. Όταν ο New Virtual
Machine Wizard ξεκινά, κάνουμε κλικ
στο Next για να προσπεράσουμε το Welcome
screen.
Στα προηγούμενα
άρθρα της σειράς δημιουργήσαμε deployment images
για τα Windows
7 και για τον Windows Server 2008 R2
αντίστοιχα. Για την συγκεκριμένη παρουσίαση θα χρησιμοποιήσουμε το Windows
7 deployment image.
Για τούτο τον λόγο, καθορίζουμε το Windows 7 Image
ως το
όνομα της εικονικής μηχανής. Αυτή η οθόνη μας δίνει την δυνατότητα της επιλογής
αποθήκευσης της εικονικής μηχανής σε διαφορετική διαδρομή δίσκου. Εάν ‘εχουμε καθορίσει
συγκεκριμένο αποθηκευτικό μέσο για την αποθήκευση των εικονικών μηχανών τότε
προτείνεται η άμεση χρησιμοποιήσή του.
Κάνουμε κλικ
στο Next και αυτομάτως ο wizard
θα μας ρωτήσει
πόση μνήμη RAM θέλουμε να δεσμεύσουμε για την συγκεκριμένη
εικονική μηχανή. Προτείνω την δέσμευση τουλάχιστον 1024 MB.
Η επόμενη οθόνη
μας ερωτά πια κάρτα δικτύου (network adapter)
θα πρέπει να χρησιμοποιήσει η εικονική μηχανή. Εξ ορισμού οι εικονικές μηχανές είναι
ρυθμισμένες έτσι ώστε να μην συνδέονται στο δίκτυο. Άρα λοιπόν θα πρέπει να είμαστε
βέβαιοι ότι έχουμε επιλέξει μια κάρτα δικτύου πριν κάνουμε κλικ στο Next.
Στην αμέσως επόμενη
οθόνη θα μας ζητηθεί να ορίσουμε το μέγεθος του εικονικού σκληρού δίσκου (virtual
hard disk) τον οποίο θέλουμε
να χρησιμοποιήσουμε. Προτείνω την χρήση – δέσμευση κατ’ελάχιστον 50 GB. Θα πρέπει να λάβετε υπόψην σας ότι ο Hyper-V
χρησιμοποιεί
την τεχνική του thin provisioning εξ
ορισμού, στοιχείο το οποίο σημαίνει ότι ακόμη και αν καθορίσετε το μέγιστο μέγεθος
των 2040 GB στην πράξη το αρχείο του εικονικού δίσκου (actual
virtual hard disk
file) θα έχει μέγεθος το οποίο θα αντιστοιχεί στον όγκο των
δεδομένων τα οποία είναι αποθηκευμένα εντός αυτού.
Στην αμέσως επόμενη
οθόνη ερωτόμαστε εάν θέλουμε να εγκαταστήσουμε ένα λειτουργικό σύστημα. Θα πρέπει
να βεβαιθούμε ότι έχουμε επιλέξει την επιλογή εγκατάστασης του λειτουργικού συστήματος
από το δίκτυο (network based
installation server),
όπως αυτό απεικονίζεται στην Εικόνα 1. Αμέσως μετά κάνουμε κλικ στο Finish
για να
δημιουργήσουμε την εικονική μηχανή.

Εικόνα 1: Πρέπει
να παραμετροποιήσουμε την εικονική μηχανή έτσι ώστε να χρησιμοποιεί την εγκατάσταση
διαμέσου του δικτύου (network based
installation).
Εγκαθιστώντας τα Windows
Όταν επιστρέψουμε
πίσω στην κύρια οθόνη του Hyper-V
Manager κάνουμε διπλό κλικ στην μόλις δημιουργηθήσα εικονική
μηχανή για κάνουμε επισκόπηση σε αυτήν. Αρχικώς η εικονική μηχανή είναι ανενεργή
(powered off), γι’αυτό επιλέγουμε
την εντολή Start από το μενού Action
για να
την ενεργοποιήσουμε. Μετά από ένα χρονικό διάστημα ενός ή το πολύ δύο λεπτών της
ώρας η εικονική μηχανή θα αποκτήσει μια IP
address από τον DHCP
server τον οποίο έχουμε εγκατεστημένο. Μόλις αυτό συμβεί θα πρέπει
ταχύτατα να πιέσουμε το πλήκτρο F12 για να ξεκινήσει η
διαδικασία του network boot.
Σε αυτήν την χρονική στιγμή, η εικονική μηχανή φορτώνει στην μνήμη ένα Windows
pre-boot περιβάλλον, το οποίο
απεικονίζεται στην Εικόνα 2.

Εικόνα 2: Η
εικονική μηχανή φορτώνει ένα pre-boot
environment.
Στην παραπάνω
οθόνη θα πρέπει να είστε σίγουροι ότι έχετε επιλέξει το σωστό keyboard layout και εν συνεχεία
κάνουμε κλικ στην επιλογή Run the
Deployment Wizard
to Install a
New Operating System
option. Αμέσως μετά θα σας ζητηθεί να εισάγεται το username,
το domain
name, και το password τα οποία θα
χρησιμοποιηθούν για την σύνδεση στο δικό σας deployment share.
Μετά την
εισαγωγή των, κάνουμε κλικ στο OK. Εν συνεχεία θα μας ζητηθεί
να επιλέξουμε το λειτουργικό σύστημα το οποίο θέλουμε να εγκαταστήσουμε, όπως
αυτό απεικονίζεται στην Εικόνα 3. Οι επιλογές μας είναι αντίστοιχες των deployment images που έχουν καθοριστεί
προηγουμένως.

Εικόνα 3: Επιλέγουμε
το λειτουργικό σύστημα το οποίο επιθυμούμε να εγκαταστήσουμεl.
Κάνουμε κλικ
στο Next και αυτομάτως θα μας ζητηθεί να εισάγουμε το
όνομα του υπολογιστή (computer name).
Θα πρέπει να τονίσουμε εδώ ότι το όνομα του υπολογιστή μας είναι αδιάφορο διότι
πολύ απλά πρόκειται να κάνουμε normalize στο image,
γι’αυτο κάνουμε κλικ στο Next για να αποδεχτούμε το
εξ ορισμού όνομα (default name).
Η επόμενη οθόνη
μας ρωτά εάν θέλουμε να συνδεδθούμε σε ένα domain.
Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να συνδεθούμε σε ένα domain
στην
συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Αντιθέτως θα πρέπει να επιλέξουμε την επιλογή Join
a Workgroup και αμέσως μετά
κάνουμε κλικ στο Next.
Στην επόμενη
οθόνη ερωτόμαστε εάν θέλουμε να κάνουμε επαναφορά των δεδομένων χρήστη (restore
user data). Επιλέγουμε την επιλογή Do Not Restore User Data and Settings και κάνουμε κλικ στο Next.
Σε αυτό το σημείο κάνουυμε επαλήθευση για την επιλογή της σωστής γλώσσας, χρόνου – νομίσματος και πληκτρολογίου – ( verify that the appropriate language, time and
currency format, and keyboard layout) – και κάνουμε κλικ στο Next. Τώρα, μπορούμε να επιλέξουμε την χρονική ζώνη
(time zone) και κάνουμε κλικ
στο Next.
Η επόμενη οθόνη
η οποία θα εμφανιστεί είναι εξόχως σημαντική. Θα πρέπει να επιλέξουμε την επιλογή
Capture an Image
of this Reference Computer, όπως αυτό απεικονίζεται
στην Εικόνα 4. Το πεδίο τοποθεσίας (Location field)
θα πρέπει να παραπέμπει στο δικό σας deployment share
και θα πρέπει
να καθορίσουμε ένα μοναδικό όνομα για το το οποίο πρόκειται να δημιουργήσουμε.

Εικόνα 4: Yπρέπει
να δημιουργήσουμε (capture) ένα reference image της συγκεκριμένης
εικονικής μηχανής.
Αμέσως μετά
κάνουμε κλικ στο Next το οποίο ακολουθείται
από το Begin. Το pre-installation environment θα ξεκινήσει την εγκατάσταση
των Windows 7 όπως απεικονίζεται στην Εικόνα 5.

Εικόνα 5: Τα
Windows 7 εγκαθιστώνται από μια διαδρομή δικτύου (network
share).
Μετά την ολοκλήρωση
της βασικής διαδικασίας εγκατάστασης των Windows,
η εικονική μηχανή απορρίπτει το pre-installation environment και δημιουργεί ένα αρχείο
image (.WIM), όπως απεικονίζεται
στην Εικόνα 6.

Εικόνα 6: Η
εικονική μηχανή δημιουργεί ένα αρχείο .WIM
το οποίο
βασίζεται στην εγκατάσταση η οποία έχει ολοκληρωθεί πριν από λίγο.
Όπως
θα θυμάστε,
το pre-installation environment απαιτεί
από εμάς να παράσχουμε ένα σύνολο από credentials τα
οποία θα χρησιμοποιηθούν για την σύνδεση με το deployment share. Ο
λόγος για τον οποίο θα πρέπει να παράσχουμε αυτά τα credentials είναι γιατί το αρχείο .WIM το
οποίο δημιουργήθηκε κατά την ολοκλήρωση εγκατάστασης των Windows έχει
εγγραφεί στο deployment share
χρησιμοποιώντας την διαδρομή την οποία έχουμε εισάγει.
Συμπέρασμα
Τώρα που έχουμε
ένα image το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανάπτυξη
άλλων εικονικών μηχανών βρισκόμαστε στον σωστό δρόμο όσον αφορά την δημιουργία ενός
private cloud. Οι ίδιες οι εικονικές
μηχανές τρέχουν επάνω στον Hyper-V.
Σε συνέχεια των προηγουμένων άρθρων, σας υπενθυμίζω ότι έχουμε δημιουργήσει ένα Hyper-V
deployment image
και αυτό
το image μπορεί να συνδυαστεί με την τεχνική την οποία
σας παρουσίασα στο συγκεκριμένο άρθρο για να δημιουργήσετε μια σειρά από Hyper-V
servers.
Βεβαίως ο Hyper-V
αποτελεί
απλά μια πλατφόρμα φιλοξενίας εικονικών μηχανών (virtual
machine hosting platform).
Η πραγματική υποδομή private cloud
θα βασιστεί
επάνω στον System Center Virtual
Machine Manager και στην έκδοση 2.0 του
Self Service Portal.
Στο επόμενο άρθρο της συγκεκριμένης σειράς θα σας παρουσιάσω τον τρόπο με τον οποίο
θα δημιουργήσετε μια υποδομή private cloud.
Αργότερα δε, θα σας παρουσιάσω το τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιώντας το image
το έχουμ
πριν από λίγο δημιουργήσει για να κάνουμε δυναμική δημιουργία (dynamically generate) εικονικών μηχανών
μέσα στο private cloud.
Εάν θέλετε να διαβάσετε και τα προηγούμενα άρθρα
της συγκεκριμένης σειράς δεν έχετε παρά να κάνετε κλικ στους παρακάτω
διαδικτυακούς συνδέσμους:
Πως μπορούμε χρησιμοποιώντας τον Hyper-V να
κατασκευάσουμε μια υποδομή Private Cloud (Μέρος 1ο)
Πως μπορούμε χρησιμοποιώντας τον Hyper-V να
κατασκευάσουμε μια υποδομή Private Cloud (Μέρος 2ο)
Πως μπορούμε χρησιμοποιώντας τον Hyper-V να
κατασκευάσουμε μια υποδομή Private Cloud (Μέρος 3ο)
span style=
|
Αγαπητοί συνάδελφοι
της κοινότητας σκοπός του συγκεκριμένου άρθρου είναι η δημιουργία μιας εικονικής
μηχανής ( virtual machine)
χρησιμοποιώντας τον Windows Server 8 Hyper-V.
|
Εισαγωγή
Πριν από
μερικούς μήνες η Microsoft έθεσε στην διάθεση
του κοινού την έκδοση preview των επερχομένων Windows
Server 8, στα οποία περιλαβάνεται και η καινούρια έκδοση του Hyper-V. Είναι γεγονός ότι έχουν γραφτεί πολλά σχετικά με το καινούριο Hyper-V αλλά τελικώς ήθελα να διαπιστώσω ιδίοις όμασι τις δυνατότητες της καινούριας αυτής έκδοσης.
Για τον λόγο αυτό χρησιμοποίησα έναν διακομιστή (Server)
Dell PowerEdge R610
στον οποίο εγκατέστησα τον Windows Server
8 Developer Preview.
Ο συγκεκριμένος
διακομιστής έχει τα παρακάτω τεχνικά χαρακτηριστικά:
- 2 x quad core Inter Xeon Ε5620 processors.
- 32 GB RAM.
- 2 x 300 GB 10K RPM SAS disk.
- Σύνδεση σε ένα Dell/EMC AX4-5F Fibre Channel storage array.
Η πρώτη μου ενέργεια
ήταν η εγκατάσταση του Hyper-V
role στον διακομιστή (server).
Η διαδικασία αυτή δεν έχει αλλάξει σημαντικά σε σχέση με τον Windows
Server 2008 R2, και γι’αυτόν τον
λόγο δεν θα αναφερθώ σε αυτήν. Αντιθέτως αυτό το οποίο θα προσπαθήσω να καλύψω εκτενώς
είναι η δημιουργία και η παραμετροποίηση μιας εικονικής μηχανής στον Windows Server 8 Hyper-V. Σε αυτό το πρώτο μέρος της συγκεκριμένης σειράς άρθρων θα ασχοληθούμε με την
δημιουργία του αρχικού virtual switch
το οποίο
είναι απαραίτητο μιας και θα το χρησιμοποιούν οι εικονικές μηχανές για να
επικοινωνούν με το δίκτυο και αμέσως μετά θα προχωρήσουμε στην διαδικασία
δημιουργίας μιας καινούριας εικονικής μηχανής. Αντιστοίχως στο δεύτερο μέρος θα
παρουσιάσουμε αναλυτικά κάθε ένα ξεχωριστά τα configuration option
της
καινούριας εικονικής μηχανής την οποία πρόκειται να δημιουργήσουμε.
Ενεργοποιώντας
την δικτυακη υποδομή
Πριν προχωρήσουμε
στην διαδικασία δημιουργίας της πρώτης μας εικονικής μηχανής στον Hyper-V
3.0, πρωτίστως χρειζόμαστε να δημιουργήσουμε ένα εικονικό (virtual)
switch πάνω στο οποίο η εικονική μηχανή δύναται να συνδεθεί. Μέχρι
να υλοποίησουμε το παραπάνω, το σημείο στο οποίο μας ζητείται κατά την διαδικασία
δημιουργίας της εικονικής μηχανής στο οποίο μας ζητείται να συνδέσουμε (attach)
την VM σε ένα δίκτυο δεν θα περιλαμβάνει κανένα
δίκτυο για να συνδεθεί.
Όπως απεικονίζεται
και στην Εικόνα 1 παρακάτω, μπορείται να παρατηρήσετε ότι έχω δημιουργήσει ένα
εικονικό (virtual) switch το οποίο το έχω
ονομάσει External network το
οποίο με την σειρά του είναι συνδεδεμένο με το εξωτερικό δίκτυο. Για να το υλοποιήσω
αυτό, ενεργοποιούμε τον Virtual Switch
Manager και εν συνεχεία επιλέγουμε την επιλογή Create virtual switch.
Στο σημείο αυτό αποδεχόμαστε τα προτεινόμενα (defaults)
και διασφαλίζουμε ότι αυτό το καινούριο εικονικό switch
είναι σε μια φυσική κάρτα δικτύου (physical network
adapter) η οποία με την σειρά της διαχειρίζεται την
διασύνδεση με το εξωτερικό δίκτυο (external network
connectivity).

Εικόνα 1:
Ο Virtual Network Manager
Σε ένα σύστημα
με εγκατεστημένο τον Hyper-V
3.0, υπάρχουν διαθέσιμα ορισμένα ακόμη virtual
network extensions με τα αοποία μπορούμε
να δουλέψουμε. Αυτά απεικονίζονται στην Εικόνα 2.
- Microsoft NDIS Capture.
Ένας οδηγός ο οποίος επιτρέπει την “σύλληψη” – (capturing)
– της δικτυακής πληροφορίας η οποία διατρέχει το συγκεκριμένο virtual switch.
- Microsoft Windows Filtering Platform.
Για το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό παραθέτω αυτούσια την ορισμό όπως αυτός
δίδεται από την Microsoft διότι η μετάφραση
στην Ελληνική γλώσσα θα ήταν παρακινδυνευμένη. “Windows Filtering Platform (WFP) is a network traffic processing
platform… consists of a set of hooks into the network stack and a
filtering engine that coordinates network stack interactions.” The
filtering platform provides a standardized method by which Microsoft and
third party vendors can implement filtering modules that meet specific
needs.

Εικόνα 2:
Τα Virtual switch extensions
Δημιουργία
της εικονικής μηχανής
Τώρα που έχουμε
δημιουργήσει το δίκτυο πάνω στο οποίο μπορούν να συνδεθούν οι εικονικές μηχανές,
είμαστε πλέον σε θέση να δημιουργήσουμε την πρώτη μας εικονική μηχανή. Εάν έχετε
ήδη χρησινοποιήσει τον Hyper-V,
θα γνωρίζετε ότι η διαδικασία αυτή είναι wizard-driven.
Για την εκκίνηση του wizard, κάνουμε δεξί κλικ στον
Hyper-V host
server και αμέσως μετά από το shortcut menu, επιλέγουμε New
> Virtual Machine (Εικόνα 3).

Εικόνα 3:
Δημιουργία μιας καινούριας εικονικής μηχανής
Όπως ανέφερα και
προηγουμένως, η επιλογή αυτή θα εκκινήσει τον wizard.
Στην πρώτη σελίδα του wizard, δεν υπάρχουν και
πολλά πράγματα να δείτε. Απλώς το μόνο το οποίο θα πρέπει να κάνετε είναι κλικ
στο Next button για να προχωρήσετε (Εικόνα
4).

Εικόνα 4: Εισαγωγικές πληροφορίες
Εν συνεχεία θα
ερωτηθούμε, για τον καθορισμό του ονόματος της καινούριας αυτής εικονικής μηχανής
και φυσικά θα θα μας ζητηθεί να επιλέξουμε την διαδρομή δίσκου στην οποία θα αποθηκεύσουμε
την εικονική μηχανή. Εάν τσεκάρουμε το αντίστοιχο checkbox,
όπως αυτό απεικονίζεται στην Εικόνα 5, τότε μας δίδεται η δυνατότητα επιλογής
της τοποθεσίας αποθήκευσης των αρχείων της εικονικής μηχανής διότι σε
διαφορετική περίπτωση τότε αυτόματα επιλέγεται η εξορισμού τοποθεσία (default
location).
Στην πλειοψηφία
των περιπτώσεων, ή θα πρέπει να γίνει επανακαθορισμός της εξορισμού τοποθεσίας
(default location) στην οποία σκοπεύουμε
να αποθηκεύουμε τις εικονικές μηχανές (κάτι το οποίο μπορεί να γίνει από την
σελίδα Hyper-V Settings).
Σε κάθε άλλη περίπτωση θα πρέπει για κάθε μία ξεχωριστά VM,
να καθορίζουμε την τοποθεσία αποθήκευσης διότι πολύ απλά σε παραγωγικά
επιχειρησιακά περιβάλλονταχρησιμοποιούται non-local
storage για τις εικονικές μηχανές.

Εικόνα 5: Προσδιορισμός ονόματος και τοποθεσία
της καινούριας εικονικής μηχανής
Κάθε εικονική
μηχανή χρειάζεται RAM και στην επόμενη σελίδα
του wizard μας δίδεται η δυνατότητα να ορίσουμε το ποσό
της μνήμης RAM το οποίο θέλουμε να διαθέσουμε για την
καινούρια VM. Όπως γίνεται άμεσα αντιληπτό παρατηρώντας την Εικόνα 6, ορίζω (allocating)
το ποσό των 2 GB of RAM
για την
καινούρια μου εικονική μηχανή.
Επιπροσθέτως
σε αυτή την σελίδα, θα παρατηρήσετε την επιλογή με τον διακριτικό τίτλο Enable-Hyper-V to manage the amount of memory dynamically
for this VM. Όταν αυτή η επιλογή είναι ενεργοποιημένη επιτρέπουμε
στον Hyper-V να διαχειρίζεται προληπτικά
την μνήμη έτσι ώστε να χρησιμοποιείται η host
RAM πιο αποδοτικά επιτρέποντας την αύξηση του
αριθμού των εικονικών μηχανών οι οποίες δύναται να τρέχουν ταυτόχρονα σε έναν
και μοναδικό host.

Εικόνα 6: Ρύθμιση
επιλογών μνήμης της καινούριας εικονικής μηχανής
Όπως είναι φυσικό
κάθε καινούρια εικονική μηχανή χρειάζεται έναν τρόπο ή καλύτερα ένα μέσον για
να επικοινωνεί με άλλους διακομιστές (servers) καθώς επίσης και με
τον έξω κόσμο. Αυτό είναι το έργο της διασύνδεσης δικτύου (network connection). Συνεπώς επιλέγουμε την διασύνδεση δικτύου από την σελίδα Configure Networking του wizard,
όπως απεικονίζεται στην Εικόνα 7. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να παρατηρήσετε ότι
συνέδεσα την συγκεκριμένη εικονική μηχανή στο external network virtual
switch το οποίο δημιούργησα στην αρχή του
συγκεκριμένου άρθρου.

Εικόνα 7:
Επιλογή δικτύου στο οποίο θέλουμε να συνδέσουμε την συγκεκριμένη εικονική μηχανή
Εν συνεχεία η
εικονική μηχανή χρειάζεται αποθηκευτικό μεσο (storage).
Στο σημείο αυτό έχουμε τρεις επιλογές. Μπορούμε
να δημιουργήσουμε ένα καινούριο εικονικό δίσκο (virtual
hard drive), να χρησιμοποιήσουμε
ένα ήδη υπάρχον εικονικό δίσκο ή να επιλέξουμε το μέσο αποθήκευσης (storage
device) σε κάποια άλλη στιγμή. Στην εικόνα 8, όπως θα διαπιστώσετε
δημιούργησα έναν καινούριο εικονικό δίσκο κάνοντας χρήση των εξ ορισμού
ρυθμίσεων (using the defaults),
βάση των οποίων το μέγεθος καθορίζεται στα 127 GB.
Σημειώστε επίσης ότι η τοποθεσία (location) και το όνομα του
εικονικού δίσκου αποτελούν επίσης default entries.
Επιπροσθέτως η καινούρια αυτή εικονική μηχανή χρησιμοποεί την καινούρια διαμόρφωση
εικονικών δίσκων της Microsoft το VHDX
format, το οποίο επιτρέπει την δημιουργία ενός virtual
drive με τάξη μεγέθους εως και τα 16 TB.

Εικόνα 8: Επιλογή του virtual storage option
Με γνώμονα ότι
έχουμε ολοκληρώσει την επιλογή μνήμης, αποθηκευτικού μέσου και του δικτύου βρισκόμαστε
στο σημείο στο οποίο θα πρέπει να υποδείξουμε στον Hyper-V
τι
πρόκειται να κάνουμε με το θέμα του λειτουργικού συστήματος. Έτσι λοιπόν μπορούμε
να πούμε στον Hyper-V ότι θέλουμε να επιλέξουμε
το λειτουργικό σύστημα αργότερα, κάτι το οποίο ήταν και η δική μου επιλογή όπως
αυτή απεικονίζεται στην Εικόνα 9. Εναλλακτικά μπορούμε να ενημερώσουμε τον Hyper-V
ότι θα
χρησιμοποιήσουμε ένα ISO image
αρχείο
είτε ότι θα χρησιμοποιήσουμε ένα physical host-based
installation media.
Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυνατόν να έχουμε το installation media αποθηκευμένο σε ένα CD-ROM,
DVD-ROM ή να επιλέξουμε να
εγκαταστήσουμε το λειτουργικό σύστημα από έναν network-based
installation server.

Εικόνα 9:
Επιλογή εγκατάστασης του λειτουργικού συστήματος
Με την ολοκλήρωση
όλων των επιλογών μας αυτομάτως ο wizard μας παρουσιάζει μια
οθόνη περίληψης στην οποία μπορούμε να δούμε συνοπτικά όλες τις επιλογές μας. Εφόσον
είμαστε βέβαιοι για την ορθότητα των επιλογών μας για την δημιουργία της
εικονικής μας μηχανής τότε κάνουμε κλικ στο κουμπί Finish.

Εικόνα 10: Επαλήθευση
των επιλογών μας στην σελίδα Summary
Αμέσως μετά την
δημιουργία της εικονικής μηχανής θα παρατηρήσετε ότι αυτή είναι πλέον καταχωρημένη
στο Virtual Machines box
του Hyper-V
Manager. Βεβαίως στην δεδομένη χρονική στιγμή η εικονική
μας μηχανή βρίσκεται σε κατάσταση Off όπως απεικονίζεται
στην Εικόνα 11.

Εικόνα 11: Η
καινούρια εικονική μηχανή έχει δημιουργηθεί
Συμπέρασμα
Ολοκληρώνοντας έχοντας ήδη δημιουργήσει την εικονική σας μηχανή
μπορείται να την εκκινήσετε και να ξεκινήσετε την χρήση της. Κατα την άποψή μου
θα πρέπει να εξερευνήσουμε διεξοδικά την πληθώρα επιλογών οι οποίες βρίσκονται
στην διάθεσή μας για την πλήρη παραμετροποίηση του καινούριου μας συστήματος. Αυτό
θα είναι το αντικείμενο για τα επόμενα άρθρα της συγκεκριμένης σειράς.
OCS ADVISORY NUMBER:
2012-006
DATE(S) ISSUED:
02/03/2012
SUBJECT:
Multiple Vulnerabilities in Apple Mac OS X Could Allow Remote Code Execution
OVERVIEW:
Multiple vulnerabilities have been discovered in Apple's OS X and
OS X Server that could allow remote code execution. OS X is a desktop
operating system for the Apple Mac. OS X Server is a server operating
system for the Apple Mac.
These vulnerabilities can be exploited if a user visits or is
redirected to a specially crafted webpage or opens a specially crafted
file, including an e-mail attachment, while using a vulnerable version
of OS X. Successful exploitation could result in an attacker gaining
the same privileges as the logged on user. Depending on the privileges
associated with the user, an attacker could then install programs;
view, change, or delete data; or create new accounts with full user
rights.
SYSTEMS AFFECTED:
- OS X Lion 10.7 through 10.7.2
- OS X Lion Server 10.7 through 10.7.2
- Mac OS X 10.6.8
- Mac OS X Server 10.6.8
RISK:
Government:
- Large and medium government entities: High
- Small government entities: High
Businesses:
- Large and medium business entities: High
- Small business entities: High
Home users: High
DESCRIPTION:
Multiple vulnerabilities have been discovered in Apple's OS X that
could allow both remote and local code execution. These
vulnerabilities can be exploited if a user visits or is redirected to a
specially crafted webpage or opens a specially crafted file, including
an e-mail attachment, while using a vulnerable version of OS X.
Apple has identified the following vulnerabilities:
A vulnerability exists in the Address Book application in OS X
Lion v10.7.2 or earlier. This issue exists because the application will
attempt an unencrypted connection to obtain CardDAV data if an
encrypted connection fails. Attackers can exploit this issue by
performing a man in the middle attack or by intercepting the
unencrypted data at strategic network locations. Successful
exploitation could result in the theft of address book contact
information. This issue affects OS X Lion v10.7 to v10.7.2, OS X Lion
Server v10.7 to v10.7.2 (CVE-2011-3444)
An unspecified memory management issue exists in the Font Book
application due the improper handling of certain data-font files. To
exploit this issue, an attacker creates a specially crafted data-font
file and distributes that file to unsuspecting users. When the user
opens the file with Font Book, the exploit is triggered. Successful
exploitation could result in remote code execution. This issue affects
Mac OS X v10.6.8, Mac OS X Server v10.6.8, OS X Lion v10.7 to v10.7.2,
OS X Lion Server v10.7 to v10.7.2. (CVE-2011-3446)
An issue exists in the CFNetwork’s handling of malformed URLs
which could lead to information disclosure. When accessing a
maliciously crafted URL, CFNetworkcould send the request to an
incorrect origin server. To exploit this issue, an attacker distributes
a specially crafted URL to unsuspecting users. When a user visits the
URL, certain information could be relayed to the attacker. Successful
exploitation could result in information disclosure which could be used
to aid additional attacks. This issue affects OS X Lion v10.7 to
v10.7.2, OS X Lion Server v10.7 to v10.7.2 (CVE-2011-3246)
An integer overflow vulnerability exists due to the way CFNetwork
handles certain images with embedded ColorSynch information. To
exploit this issue, an attacker distributes a specially crafted image
file to unsuspecting users. When the file is executed, the exploit
triggers. Successful exploitation could result in remote code
execution. This issue affects OS X Lion v10.7 to v10.7.2, OS X Lion
Server v10.7 to v10.7.2 (CVE-2011-3447) and Mac OS X v10.6.8, Mac OS X
Server v10.6.8 (CVE-2011-0200)
A buffer overflow vulnerability exists in a CoreAudio component
of Mac OS X v10.6.8 and Mac OS X Server v10.6.8 due to the improper
handling of certain encoded audio streams. The specifics of how this
vulnerability can be exploited are unclear. However, successful
exploitation does in involve the execution of a specially crafted audio
content and could result in remote code execution. (CVE-2011-3252)
A heap buffer overflow exists in a CoreMedia component of OS X due
to the improper handling on H.264 encoded movie files. To exploit this
issue, an attacker distributes a specially crafted movie file to
unsuspecting users. When the file is executed, the exploit is
triggered. Successful exploitation could result in remote code
execution. This issue affects Mac OS X v10.6.8, Mac OS X Serverv10.6.8,
OS X Lion v10.7 to v10.7.2, OS X Lion Server v10.7 to v10.7.2.
(CVE-2011-3448)
An unspecified after free issue exists in the handling of certain
font files. To exploit this issue, an attacker creates and distributes
a specially crafted file that uses the vulnerable fonts. When the file
is execution the exploit occurs. Successful exploitation could result
in remote code execution. This issue affects Mac OS X v10.6.8, Mac OS X
Server v10.6.8, OS X Lion v10.7 tov10.7.2, OS X Lion Server v10.7 to
v10.7.2 (CVE-2011-3449)
An unbounded stack allocation issue exists in CoreUI’s handling
of long URLs. To exploit this issue, an attacker creates and
distributes a specially crafted website designed to leverage the issue.
When a user visits the website the exploit is triggered. Successful
exploitation could result in remote code execution. This issue affects
OS X Lion v10.7 to v10.7.2, OS X Lion Server v10.7 to v10.7.2
(CVE-2011-3450)
An unspecified buffer overflow vulnerability exists in the
“uncompress� command line tool. To exploit this issue, an attacker
distributes a specially crafted compressed file. When the file is
uncompressed via command line, the exploit is triggered. Successful
exploitation could result in remote code execution. This issue affects
Mac OS X v10.6.8, Mac OS X Server v10.6.8, OS X Lion v10.7 tov10.7.2,
OS X Lion Server v10.7 to v10.7.2 (CVE-2011-0241)
A buffer overflow exists in libtiff's handling of ThunderScan
encoded TIFF image files and libpng v1.5.4’s handling of certain PNG
files. To exploit this issue, an attacker distributes a specially
crafted TIFF file or PNG file. When the file is executed, the exploit
is triggered. Successful exploitation could result in code execution.
This issue affects Mac OS X v10.6.8, Mac OS X Server v10.6.8, OS X Lion
v10.7 to v10.7.2, OS X Lion Server v10.7 to v10.7.2 (CVE-2011-1167,
CVE-2011-3328)
An unspecified issue exists in Libinfo's handling of hostname
lookup requests. Libinfo could return incorrect results for a specially
crafted hostname. To exploit this issue, an attacker creates a
specially crafted website and distributes a link to unsuspecting users.
When a user visits the site, the exploit is triggered. Successful
exploitation could result in remote code execution. This issue affects
OS X Lion v10.7 to v10.7.2, OS X Lion Server v10.7 to v10.7.2
(CVE-2011-3441)
An unspecified integer overflow exists in the parsing of certain
DNS resource records. The details of how this vulnerability can be
exploited are unavailable. Successful exploitation could allow remote
code execution. This issue affects Mac OS X v10.6.8, Mac OS X Server
v10.6.8, OS X Lion v10.7 tov10.7.2, OS X Lion Server v10.7 to v10.7.2
(CVE-2011-3453)
Multiple memory corruption issues exist in OpenGL™s handling of
GLSL compilation. The details of how this vulnerability can be
exploited are unclear. However, successful exploitation could result in
arbitrary code execution. This issue affects Mac OS X v10.6.8, Mac OS X
Server v10.6.8, OS X Lion v10.7 to v10.7.2, OS X Lion Server v10.7 to
v10.7.2 (CVE-2011-3457)
Multiple buffer overflow and memory corruption vulnerabilities
exist in QuickTime which could allow remote code execution. To exploit
these vulnerabilities, an attacker distributes a specially crafted
movie or image file to unsuspecting users. When the file is executed
the exploit is triggered. Successful exploitation could result in
arbitrary code execution. This issue affects Mac OS X v10.6.8, Mac OS X
Server v10.6.8, OS X Lion v10.7 to v10.7.2, OS X Lion Server v10.7 to
v10.7.2 (CVE-2011-3458, CVE-2011-3248, CVE-2011-3459, CVE-2011-3250,
CVE-2011-3460,CVE-2011-3249)
An issue exists in the Time Machine application that could allow
attackers to gain unauthorized access to system backups. The user may
designate a remote AFP volume or Time Capsule to be used for Time
Machine backups. Time Machine did not verify that the same device was
being used for subsequent backup operations. An attacker who is able to
spoof the remote volume could gain access to new backups created by
the user's system. This issue affects OS XLion v10.7 to v10.7.2, OS X
Lion Server v10.7 to v10.7.2. (CVE-2011-3462)
An issue exists in WebDAV Sharing's handling of user
authentication. A user with a valid account on the server or one of its
bound directories could cause the execution of arbitrary code with
system privileges. The details of how this vulnerability can be
exploited are unavailable. This issue affects OS X Lion Server v10.7 to
v10.7.2 (CVE-2011-3463)
A memory corruption issue existed in FreeType's handling of Type 1
fonts. To exploit this issue, an attacker distributes a specially
crafted PDF file which utilizes the vulnerable font. When a user opens
the file, the exploit is triggered. Successful exploitation could
result in remote code execution. This issue affects Mac OS X v10.6.8,
Mac OS X Server v10.6.8, OS X Lion v10.7 to v10.7.2, OS X Lion Server
v10.7 to v10.7.2 (CVE-2011-3256)
Successful exploitation of these vulnerabilities could result in
an attacker gaining the same privileges as the logged on user.
Depending on the privileges associated with the user, an attacker could
then install programs; view, change, or delete data; or create new
accounts with full user rights. Failed attempts could result in a
denial-of-service.
RECOMMENDATIONS:
We recommend the following actions be taken:
- Apply appropriate patches provided by Apple to affected systems immediately after appropriate testing.
- Remind users not to download or open files from un-trusted websites.
- Remind users not to open e-mail attachments from unknown users or suspicious e-mails from trusted sources.
- Remind users not to visit un-trusted websites or follow links provided by unknown or un-trusted sources.
- Run all software as a non-privileged user (one
without administrative privileges) to diminish the effects of a
successful attack.
- Permit local access for trusted individuals only. Where possible, use restricted environments and restricted shells.
REFERENCES:
Apple:
http://support.apple.com/kb/HT5130
Security Focus:
http://www.securityfocus.com/advisories/23952
http://www.securityfocus.com/bid/51807
http://www.securityfocus.com/bid/51808
http://www.securityfocus.com/bid/51809
http://www.securityfocus.com/bid/51810
http://www.securityfocus.com/bid/51811
http://www.securityfocus.com/bid/51812
http://www.securityfocus.com/bid/51813
http://www.securityfocus.com/bid/51814
http://www.securityfocus.com/bid/51815
http://www.securityfocus.com/bid/51816
http://www.securityfocus.com/bid/51817
http://www.securityfocus.com/bid/51818
CVE:
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3444
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3446
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3246
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3447
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-0200
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3252
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3448
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3449
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3459
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-0241
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3328
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-1167
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3441
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3453
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3457
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3249
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3460
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3250
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3459
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3248
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3458
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3462
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3463
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3256
http://cve.mitre.org/cgi-bin/cvename.cgi?name=CVE-2011-3450
Τελευταία ενημέρωση: 23.02.2012 | 15:58
Πρώτη δημοσίευση: 23.02.2012 | 15:49
Χρήστες ανακάλυψαν ακόμα ένα κενό ασφαλείας (bug) στο iOS λειτουργικό που χρησιμοποιούν οι συσκευές τις Apple.
To κενό ασφαλείας αυτό, επιτρέπει σε κάποιον να
παρακάμψει την προστασία του κωδικού του χρήστη (passcode) και να
αποκτήσει περιορισμένη πρόσβαση στις επαφές του καθώς και στις πρόσφατες
κλήσεις.
Μπορεί να μην είναι και πολύ σοβαρό πρόβλημα όμως πολλοί είναι
αυτοί που δεν θέλουν τρίτους να έχουν πρόσβαση στα δεδομένα της συσκευής
τους.
Σύμφωνα με το βίντεο που μπορείτε να δείτε παρακάτω, το μόνο που
έχει να κάνει κάποιος είναι να βάλει και να βγάλει την κάρτα SIM την ώρα
που το τηλέφωνο είναι σε αναμονή κι έχει κάποια αναπάντητη.
Φυσικά απαραίτητη προϋπόθεση είναι να έχει εγκατεστημένο το iOS 5
όμως το πιο πιθανό είναι η Apple να το διορθώσει στο επόμενο update...
Τι είναι το cloud computing? Εάν ρωτήσετε έναν καταναλωτή, έναν
CIO, ή έναν
πωλητή είναι σίγουρο ότι θα λάβετε απαντήσεις οι οποίες διαφέρουν ριζικά μεταξύ
τους.
Ένας καταναλωτής
(consumer) τυπικά
σκεπτόμενος θα απαντήσει ότι το cloud αποτελεί μια φιλοξενούμενη υπηρεσία (hosted service), όπως για παράδειγμα το Microsoft Office 365, και το Apple iCloud, ή η μεταφόρτωση (uploading) εικόνων στο Photobucket, καθώς επίσης και άλλες υπηρεσίες
τέτοιου είδους (Θα πρέπει βέβαια να λάβετε υπόψην σας ότι τέτοιες υπηρεσίες
υπήρχαν εδώ και αρκετό καιρό διαθέσιμες πριν γίνει της μόδας η επικόλληση της
ετικέττας “cloud” σε αυτές
τις υπηρεσίες).
Ορισμένα ενημερωτικά άρθρα για επιχειρήσεις
περιγράφουν το cloud computing ως μια μεταστροφή εξόδων κεφαλαίου (Capital
Expense) σε λειτουργικά
έξοδα (Operating Expense),
ενώ άλλοι μιλούν για τη μετάβαση από ένα προϊόν σε μια υπηρεσία. Αλλά για
έναν διευθυντή CIO ή IT, τι
ακριβώς σημαίνουν όλα αυτά και
πώς μπορεί κανείς να φτάσει εκεί;

Πού είναι αυτό το παροιμιώδες «σύννεφο» (“Cloud”)
και πώς μπορώ να
φτάσω εκεί;
Μερικοί CIO τείνουν
να αντιλαμβάνονται το σύννεφο
σαν την εξωτερική ανάθεση μεγάλων
τμημάτων των υποδομών πληροφορικής ενός
οργανισμού σαν υπηρεσία/εξωτερικό εργαλείο (μετά
από όλα αυτά τελικά τι σημαίνει ο όρος CIO? Μήπως την παρακάτω
σατυρική ερμηνεία? Δηλαδή “Can I Outsource?”, Συμφωνείτε?). Αλλά
το ερώτημα είναι εάν ένας οργανισμός θα πρέπει να επαφύεται/αναθέτει στην ικανότητα ενός τρίτου και
των υποδομών του για να εφαρμόσει και να παρέχει
υπηρεσίες/έννοιες του cloud computing,
ή τελικώς αυτό μπορεί να επιδιωχθεί
στο πλαίσιο των υφιστάμενων υποδομών?
Από την άλλη πλευρά, εάν ένας οργανισμός
έχει ήδη εφαρμώσει το virtualization
(σε κάποιο βαθμό), μερικοί αναρωτιούνται
γιατί θα πρέπει να
εξετάσουμε το cloud computing?
Πολλοί από τους ορισμούς του
cloud computing που έχω ακούσει έχουν
ένα και μόνον στοιχείο της αλήθειας
σε αυτούς, με αποτέλεσμα η αποδιδόμενη ορολογία να είναι
ελλειπής και συχνά αφήνουν τους ανθρώπους που θέλουν να μάθουν
περισσότερα να έχουν αποτύχει να
συλλάβουν ποια είναι πραγματικά η ουσία
του cloud computing. Στο κομβικό αυτό σημείο η
προσπάθειά μου είναι να απλοποιήσω τον ορισμό του τι είναι το cloud
computing έτσι ώστε να καταστεί ευκολονόητος, ορίζοντας τους τρεις του βασικούς πυλώνες;
Το Cloud Computing είναι.....
Συνεπώς ποια
είναι τα τρία κύρια συστατικα/χαρακτηριστικά του cloud computing? Abstraction (Αφαίρεση), Automation
(Αυτοματισμός)
και Agility (Ευκινησία).

Ας ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά σε κάθε ένα από αυτά τα τρία συστατικά του cloud computing. Μετά από μια ενδελεχή συζήτηση αυτών των τριών
(3) στοιχείων είμαι σίγουρος ότι θα
μας δώσει τις απαντήσεις τις οποίες ζητούμε σε ορισμένες από
τις αρχικές ερωτήσεις σχετικά με τα
διάφορα μοντέλα στα οποία θα
βρείτε το cloud computing να χρησιμοποιείται.
Abstraction (Αφαίρεση)
Με τον όρο Αφαίρεση ουσιαστικά
αναφαιρόμαστε στην απελευθέρωση του φόρτου
εργασίας και των εφαρμογών (liberating workloads and applications ) από τα
φυσικά όρια του υλικού του διακομιστή (server hardware). Στο παρελθόν είχαμε server που φιλοξενούσε
μια και μόνο μία
εφαρμογή (εξ ου και η εστίασή μας
μερικές φορές σε διακομιστές και όχι εφαρμογές). Το Virtualization
παρέχει αυτήν την αφαίρεση διαχωρίζοντας
τον φόρτο εργασίας (workload) από το υλικό του
διακομιστή (server hardware), εξαλείφοντας τα όρια του υλικού (eliminating hardware boundaries), και τις εξαρτήσεις παρέχοντας την κινητικότητα του φόρτου εργασίας (workload mobility). Αυτή η κινητικότητα μπορεί να επεκταθεί μετακινώντας φόρτο
εργασίας από τα εσωτερικά κέντρα
διαχείρσης δεδομένων (Internal Data Centers) σε παρόχους υπηρεσιών (Service
Providers) και αντίστροφα. Σήμερα, η εικονική μηχανή καθορίζει το όριο, αλλά
στο μέλλον, όσο το λειτουργικό σύστημα
γίνεται λιγότερο σημαντικό, θα μπορούσαμε να δούμε "virtual
containers" τα οποία καθορίζουν τον
φόρτο εργασίας μας σε PaaS (Platform as a Service) υποδομές.

Το αρχικό
κίνητρο για virtualization ήταν οι μικρότερες επενδύσεις σε κεφάλαιο CAPEX (capital expense) γεγονός το οποίο εστιάζεται σε
λιγότερους διακομιστές, πόρτες (ports), λιγότερος χώρος (Space), καθώς επίσης η λιγότερη κατανάλωση
ηλεκτρικής ενέργειας κτλ. Όπως πολλοί αντιλήφθηκαν από την συνεχή εξέλιξη και
βελτίωση του virtualization, η διαχείριση των εικονικών μηχανών ήταν σημαντικά
ευκολότερη, καθώς επίσης διαπίστωσαν ότι υπήρχε ένας νέος τρόπος για να γίνουν
πολλές εργασίες, οι οποίες θα μπορούσαν να μειώσουν δραστικά τα λειτουργικά
έξοδα OPEX (operating expenses). Για να φτάσουμε ως εδώ, θα πρέπει
να εργαστούμε προς την κατεύθυνση του virtualization 100% διότι πολύ απλά οι τεχνικοί φραγμοί έχουν συνθλιβεί,
χάρις στην σημερινή τεχνολογία (περισσότερα για αυτό αργότερα).
Με απλά λόγια, η αφαίρεση επιτρέπει την αύξηση της χρησιμοποίησης
των πόρων και μπορεί να χρησιμοποιηθεί
με έννοιες όπως η
πολυ-μίσθωσης (multi-tenancy) οι
οποίες παρέχουν
μεγαλύτερες οικονομίες κλίμακας από ό,
τι ήταν μέχρι πρότινος εφικτό.
Υπάρχει επίσης ένα άλλο είδος αφαίρεσης που λαμβάνει χώρα προκαλώντας ένα κύμα διακοπής (wave of disruption) - η
αφαίρεση της εφαρμογής (abstraction of the application) μακριά από
τον παραδοσιακό υπολογιστή. Ο συνδυασμός του SaaS, του application virtualization, του VDI και της διάδοσης των
κινητών συσκευών (tablets
και
smartphones)
οδηγούν όλα σε αυτή
την τάση. Οι εφαρμογές (applications) δεν χρειάζεται πλέον να ενταχθούν σε φυσικούς
υπολογιστές καθώς οι χρήστες θέλουν να έχουν πρόσβαση στις εφαρμογές τους και
τα δεδομένα τους από οποιαδήποτε συσκευή και σε οποιοδήποτε μέρος.
Και οι δύο από
αυτούς τους τύπους της αφαίρεσης οδηγούν στην άρση των παραδοσιακών ορίων και κατά
συνέπεια οδηγούν επίσης στην αλλαγή των τρόπων με τους οποίους θα διαχειριστούμε
την υποδομή μας (infrastructure) και τις τρέχουσες εφαρμογές (present applications).
Εμβαθύνοντας στο server virtualization, βλέπουμε
ότι το virtualization stack
παρέχει επίσης
ένα ενιαίο στρώμα διαχείρισης (unifying management layer), το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση για πολύ περισσότερα ...
Automation (Αυτοματισμός)
Στην περίπτωση της αφαίρεσης (abstraction)
αυτή παρέχει τα θεμέλια για το νέο πρότυπο, ο αυτοματισμός
βασίζεται και χτίζεται επάνω σε αυτά τα θεμέλια για να
παράσχει θεαματικές νέες δυνατότητες σε έναν οργανισμό για να
μειώσει το κόστος λειτουργικών
εξόδων (OPEX costs) και
τέλος να προωθήσει την ευελιξία (agility).
Ας ξεκινήσουμε με τα βασικά. Χάρη στην ενθυλάκωση (encapsulation) η οποία παρέχεται από το virtualization, νέες δυνατότητες έχουν προκύψει με την αναπαραγωγή (replication), την αποκατάσταση καταστροφών (disaster recovery), ακόμη και στην διαδικασία δημιουργίας αντιγράφων
ασφαλείας και ανάκτησης την ίδια
(backup and recovery process). Υπάρχει η δυνατότητα
agent-less παρακολούθησης πολλών μετρήσεων
απόδοσης του πυρήνα (core performance metrics), scripting διαμέσου των VMs και των hosts, virtual network switches και ffont face=irewahpslls, και
φυσικά, σχεδόν άμεσο provisioning από πρότυπα
(templates). Τέτοια
επίπεδα αυτοματισμού δεν θα ήταν
εύκολα προσβάσιμα, πριν την
εισαγωγή του στρώματος αφαίρεσης του
virtualization (introduction of abstraction layer of virtualization).

Πόσο αφράτο
θέλουν
το δικό τους σύννεφο;?
Τώρα έχουμε προϊόντα όπως το Microsoft System Center 2012 και το VMware vCloud Director τα οποία
μπορούν να λάβουν
όλα τα στοιχεία μιας n-tier εφαρμογής, και
να εξασφαλίζουν την γρήγορη παροχή τους - συμπεριλαμβανομένων
των κανόνων του τείχους προστασίας, ακόμη και της
πολυ-μίσθωσης (Microsoft’s
System Center 2012 and
VMware’s vCloud Director can take all of the elements of an n-tier application, and quickly provision them — including firewall rules and even with multi-tenancy). Φανταστείτε
την ανάπτυξη μιας ολόκληρης n-tier εφαρμογής συμπεριλαμβανομένων
πολλαπλών εικονικών μηχανών, σε συνδυασμό με την ολοκλήρωση
ρύθμισης του δικτύου και των firewalls
με μερικά μόνο κλικ. Τώρα προσθέστε στα προηγούμενα την έννοια
ενός καταλόγου self-service, όπου επιχειρηματικές μονάδες μπορούν να αιτούνται πόρους για την εφαρμογή
πάνω από μια ηλεκτρονική φόρμα (web form), και
μετά από την έγκριση της αίτησης να τροφοδοτείται αυτόματα σύμφωνα
με τις προδιαγραφές που
προβλέπονται, ενώ ταυτόχρονα να βρίσκεται σε
συμφωνία με τα υπάρχοντα πρότυπα πληροφορικής και με τους ελέγχους συμμόρφωσης (conforming to existing IT standards and compliance audits) .
Τα παραπάνω αποτελούν μερικές μόνον από τις πολλές
οπτικές γωνίες
του αυτοματισμού (automation). Ένας
άλλος λόγος είναι ενορχήστρωση των
συγκλινουσών υποδομών (orchestration of converged infrastructure) - (των
οποίων to Vblock είναι
ένα παράδειγμα). Αντί να προσπαθεί να κανείς να διαχειριστεί τα βασικά στοιχεία της
υποδομής του υπολογιστή (core infrastructure elements of compute), και την αποθήκευση με την δικτύωση ως
ένα ανεξάρτητο σιλό (storage and networking as independent silos) όπως
πολλοί κάνουν σήμερα, αντ’αυτού μπορούμε
να αναπτύξουμε μια συγκλίνουσα υποδομή με εργαλεία
ενορχήστρωσης (deploy converged infrastructure with orchestration tools) στοιχεία τα οποία μπορούν να ενωθούν και να διαχυθούν σε όλα τα σιλό
(can unify and transcend across the silos), επιτρέποντας
στην υποδομή να είναι διαχειριζόμενη
και να τροφοδοτήται σαν μια συγκροτημένη μονάδα (singularity). Είναι
δυνατόν δε, πολλά από αυτά τα εργαλεία ενορχήστρωσης (orchestration tools) μπορούν
να συνδεθούν απευθείας στο
virtualization
stuck
(π.χ. System
Center 2012, vCloud Director) για ακόμα
μεγαλύτερη ολοκλήρωση (integration).
Δεν μπορεί βεβαίως κανείς να παραβλέψει ότι υπάρχουν εμπόδια
σε αυτή την δομή αυτοματισμού τα
οποία μπορεί να περιλαμβάνουν το «σύνδρομο
PSP" (συντόμευση του Physical Server Processes), την “βαριά”
και περιχαρακωμένη οργανωτική δομή (heavily siloed organizational structure), καθώς ακόμη και την ένταξη πολλαπλών hypervisors.
Υπάρχουν δε πολλές περισσότερες γωνίες του αυτοματισμού
τις οποίες δεν έχουμε αγγίξει σε ακόμα, αλλά το
κλειδί είναι ότι η αφαίρεση (abstraction) επιτρέπει
νέες ευκαιρίες για την αυτοματοποίηση
- και ότι η
αυτοματοποίηση μπορεί στη συνέχεια
να χρησιμοποιηθεί ως άξονας για την συνέχεια.
Agility (Ευκινησία)
Γιατί η Microsoft και η VMware λένε ότι θέλουν υποδομή
να είναι διαφανής? Ας απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό με ένα άλλο
ερώτημα: Οι επιχειρήσεις ενδιαφέρονται
για την αποθήκευση, το δίκτυο ή τις τεχνολογίες των διακομιστών? Στο τέλος
της ημέρας η επιχείρηση ενδιαφέρεται κυρίως για
δύο κύρια παραδοτέα από το ΙΤ - την υγεία
των εφαρμογών της
(όπως μετράται από το χρόνο λειτουργίας και άλλες μετρήσεις απόδοσης) και ο χρόνος που χρειάζεται για την ανάπτυξη /πρόβλεψή
τους (deploy/provision).
Η επιτυχία είναι η ταχεία και επιτυχής εκτέλεση της
επιχειρησιακής στρατηγικής και ο χρόνος
είναι ένα τεράστιο συστατικό της δράσης
αυτής. Υπάρχει ανταγωνισμός,
ευκαιρίες στην αγορά, τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και νομικά ζητήματα, το πλεονέκτημα του πρωτοπόρου και τόσοι πολλοί άλλοι λόγοι για τους οποίους
ο χρόνος είναι χρήμα.

Ευκινησία στο
σύννεφο
Η εξοικονόμηση κεφαλαίων λόγω CAPEX
και OPEX
μπορεί
να έχει
θετικό αντίκτυπο στους προϋπολογισμούς,
αλλά όταν φτάσετε σε μια θέση όπου
θα πρέπει να υλοποιήσετε μεγάλα έργα μέσα
σε εβδομάδες και όχι σε μήνες, αυτό
το παράδειγμα αποτελεί από μόνο του μια ριζική αλλαγή, στοιχείο το οποίο
μπορεί συχνά να είναι πιο χρήσιμο για
έναν οργανισμό σε σχέση με τις CAPEX και OPEX μειώσεις.
Φανταστείτε ότι η
επιχείρηση σας θέλει να χτίσει μια
υποδομή η οποία θα περιλαμβάνει 200 διακομιστές για μια n-tier
εφαρμογή (200 server n-tier application) με σκοπό να να προωθήσει μια νέα πρωτοβουλία (new initiative ) και ότι η όλα αυτή υποδομή θα πρέπει να είναι
σύμφωνη με το κανονιστικό πλαίσιο PCI (PCI compliant). Πρώτα
απ’όλα θα πρέπει να είναι διαθέσιμη η όλη υποδομή
(υπολογιστική ισχύς, αποθήκευση, δικτύωση/ compute, storage, networking) για
την ταχεία παροχή πόρων και
εν συνεχεία θα πρέπει να υπάρξει συνεργασία με τις ομάδες οι οποίες είναι
υπεύθυνες για την εφαρμογή (application), τη δικτύωση (networking) και την
ασφάλεια (security) για να καταστεί
δυνατή η ενεργοποίηση των απαραίτητων VLANs και των αντιστοίχων κανόνων στα firewall. Εάν
δε έχετε εργαστεί ποτέ σε ένα κατάστημα πληροφορικής
(IT Shop) το οποίο είναι
δομημένο σε μεγάλο βαθμό (silοed) και
χρησιμοποιεί διεργασίες σε φυσικούς διακομιστές (physical server processes), η
τεχνολογία η οποία θα εφαρμοστεί μπορεί να είναι ξεπερασμένη από τη
στιγμή που θα έχει ολοκληρωθεί η ανάπτυξη της συγκεκριμένης λύσης. Το εμπρός και
πίσω μεταξύ των υπηρεσιών και των
διαδικασιών μεταξύ των τμημάτων μόνο και μόνο για να
διευκρινηστούν τα VLANs ή οι κανόνες του firewall έτσι ώστε να
ρυθμιστούν σωστά για την εφαρμογή ή το να εφαρμόσετε οποιεσδήποτε τελικές
ρυθμίσεις (fine tuning), αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα ο οποίος
μπορεί να επιβραδύνει ένα τέτοιο έργο
δραματικά.
Ωστόσο, εάν μπορείτε επιτυχώς να εφαρμόσετε την αφαίρεση (abstraction) και τον αυτοματισμό
(automation) στο
τμήμα πληροφορικής του οργανισμού σας (IT Department), τότε καθίσταται δυνατόν να
φτάσετε στο σημείο εκείνο όπου μπορείτε να μειώσετε το χρόνο για για την
υλοποίηση των παρεχόμανων λύσεων στον οργανισμό σας κατά
αρκετούς μήνες σε πολλές περιπτώσεις. Στην ουσία αυτό είναι που γίνεται σήμερα, και
δικαίως του λόγου αποτελεί έναν από τους
μεγαλύτερους λόγους για τους οποίους υπάρχει τόσος μεγάλος ενθουσιασμός όχι μόνο στους κύκλους της πληροφορικής (IT Circles), αλλά και την ηγεσία των επιχειρήσεων, σχετικά με το cloud computing.
Η αξία του cloud computing είναι τόσο βαθιά που από μόνη της υποδεικνύει ότι
όλοι πρέπει να το κάνουμε με αυτόν τον τρόπο και θα
πρέπει να αναφερόμαστε σε αυτό απλά καλώντας ως “Computing". Βεβαίως δεν έχουμε φτάσει ακόμη σε
τέτοιο βαθμό ολοκλήρωσης γι’αυτό και είναι δόκιμος ο όρος
"cloud computing".
Το συμπέρασμα των παραπάνω είναι ότι εάν μπορείτε να εκτελέσετε
έργα με επιτυχία στην βάση της αφαίρεσης
και του αυτοματισμού, τότε μπορείτε να ξεκινήσετε
την ευθυγραμμίση των υπηρεσιών
πληροφορικής σας σύμφωνα με τις
ανάγκες της επιχείρησης και της
εργασίας (align your IT services to the needs of the business and work with the business) με σχέση
τύπου partner-minded, παρέχοντας
την ευελιξία για την ταχύτατη εκτέλεση του
επιχειρηματικού σχεδίου (Business Plan).
Τι σχήμα/μορφή έχει το δικό σας CLOUD?
Τα Cloud μπορούν να έχουν πολλαπλές μορφές και μεγέθη. Κάποια
από αυτά είναι εσωτερικά και κάποια άλλα είναι outsourced. Αμέσως μετά έρχονται τα private/public/hybrid cloud και φυσικά δεν θα πρέπει να
ξεχάσουμε και τα PaaS, IaaS και SaaS. Το ερώτημα το οποίο αυτόματα
τίθεται είναι το παρακάτω : Ποια από τις παραπάνω μορφές/σχήματα θα έχει το
δικό σας Cloud? Ίσως στην
συγκεκριμένη περίπτωση θα πρέπει να βοηθήσουν οι οργανισμοί προτύπων και
κανονιστικών πλαισίων έτσι να δημιουργήσουν ένα σύνολο από ITIL standards τα οποία περιγράφουν όλα εκείνα τα
προαπαιτούμενα για την υλοποίηση ενός ISO 9000 compliant cloud design.

Tο ταξίδι στο CLOUD
Το ταξίδι στο
cloud μοιάζει σαν τον μαραθώνιο και ξεκινά
πάντοτε με το virtualization. Με την έλευση των Microsoft Windows 8 και του HyperV 3 και του VMware vSphere 5, δίνεται το έναυσμα για ένα
συναρπαστικό ταξίδι στο Cloud.
Για τούτο τον λόγο προτείνω να πάμε πίσω από τους όρους private/public
PaaS/IaaS και να εστιάσουμε ξανά στα θεμελειώδη στοιχεία τα οποία είναι η αφαίρεση, ο αυτοματισμός και η ευελιξία (focusing
on the core elements of abstraction, automation, and agility). Συνοψίζοντας τα κύρια σημεία είναι
τα παρακάτω:
- Τα Clouds μπορούν να έχουν πολλές μορφές και
σχήματα, αλλά όλα εδράζονται στην αφαίρεση και τον αυτοματισμό έτσι ώστε
να ενεργοποιήσουν την δυναμική της ευελιξίας(rely on abstraction and automation to enable the potential for agility).
- Δεν είναι απαραίτητο να κάνετε outsource τα πάντα στο “cloud”. Μπορείτε να ξεκινήσετε το ταξίδι
σας στο δικό σας datacenter(s) πρωτίστως επιδιώκοντας την
αφαίρεση και τον αυτοματισμό (by first pursuing abstraction and then automation).
- Το Cloud δεν είναι ή καλύτερα δεν
αναφέρεται μόνον στην τεχνολογία (Cloud isn’t just about technology). Σχετίζεται επίσης με την οργανωτική
δομή και τις διαδικασίες σε μια επιχείρηση (It’s also about organizational structure and processes). Θα πρέπει να θέσετε σε νέες βάσεις
τις διαδικασίες οι οποίες σχετίζονται
με τους φυσικούς διακομιστές, να ανανεώσετε τις ικανότητές σας και να “γκρεμίσετε”
την υπάρχουσα οργανωτική δομή - (Re-engineer your physical server minded processes, refresh your skill sets, and knock down your organizational silos).
- Το Virtualization από μόνο του δεν είναι αρκετό. Το Cloud computing απαιτεί την αποτελεσματική χρήση του αυτοματισμού σε πολλαπλά επίπεδα για να είναι αποτελεσματικό (requires the effective use of automation -at
many different levels- to reduce provisioning and service delivery times).
Υλοποιώντας ένα Triple-A Cloud
Ολοκληρώνοντας
θα ήθελα με το συγκεκριμένο άρθρο να θέσω τις θεμελειώδεις βάσεις για μια παραγωγική
συζήτηση σχετικά με την υλοποίηση ενός Triple-A Cloud. Ελπίζω ότι μετά την ανάγνωσή του ότι κατάφερα να σας προβληματίσω.
|
Αγαπητοί
συνάδελφοι της κοινότητας στο τρίτο αυτό μέρος αυτής της σειράς άρθρων έφτασε
πλέον η στιγμή να τροποποιήσουμε την ακολουθία εργασιών Hyper-V (task sequence), έτσι
ώστε να είμαστε σε θέση να αναπτύξουμε (deploy) τους Hyper-V servers οι οποίοι
θα χρησιμοποιηθούν με την σειρά τους για να φιλοξενήσουν (host) τις
εικονικές μηχανές (virtual machines) στο δικό
μας private cloud.
|
Εισαγωγή
Στο προηγούμενο άρθρο της συγκεκριμένης
σειράς, σας παρουσίασα τον τρόπο με τον οποίο να εξαγάγουμε (extract) τα περιεχόμενα του Windows installation media με σκοπό την δημιουργία ενός deployment image. Εάν έχετε διαβάσει το συγκεκριμένο άρθρο,
το ολοκλήρωσα δημιουργώντας δύο ακολουθίες εργασιών (task sequences). Η μια εκ των δύο ακολουθιών αφορούσε
μια ανάπτυξη (deployment)
γενικής χρήσης των Windows Server
2008 R2,
και η άλλη αφορούσε μια μηχανή Windows Server
2008 R2
η οποία τρέχει τον Hyper-V. Στο συγκεκριμένο σημείο οι δύο ακολουθίες
εργασιών είναι πλήρως ταυτόσημες και πανομοιότυπες (completely identical), συνεπώς έφτασε η στιγμή κατά την οποία
είμαστε σε θέση να ξεκινήσουμε την τροποποίηση (modifying) την ακολουθία εργασιών Hyper-V έτσι ώστε να μπορούμε να την
χρησιμοποιήσουμε για την ανάπτυξη (deploy) των Hyper-V servers οι οποίοι πρόκειται να χρησιμοποιηθούν
για να φιλοξενήσουν (host)
τις εικονικές μηχανές (virtual machines)
στο δικό μας private cloud.
Αναδιαμόρφωση (Reconfiguring) της ακολουθίας εργασιών Hyper-V
Ξεκινώντας την διαδικασία ανοίγοντας
το Deployment
Workbench
και κατευθυνόμαστε (navigating) διαμέσου του console tree στην επιλογή Deployment Workbench | Deployment Shares | MDT Deployment Share | Task Sequences | OS Install. Αμέσως μετά κάνουμε δεξί κλικ στην ακολουθία
εργασιών (task
sequence) την οποία
έχουμε δημιουργήσει για τον Hyper-V και επιλέγουμε την εντολή Properties από το shortcut menu. Όταν ολοκληρώσουμε την συγκεκριμένη ενέργεια
η σελίδα properties θα
εμφανιστεί αυτόματα.
Εν συνεχεία από τη σελίδα properties επιλέγουμε το Task Sequence tab. Το συγκεκριμένο tab μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την
τροποποίηση της υπάρχουσας ακολουθίας εργασιών (task sequence). Με δεδομένο ότι δημιουργούμε έναν Hyper-V server, είναι απαραίτητο να εγκαταστήσουμε
τον Hyper-V server role. Για να τα προηγούμενα, επιλέγουμε το
Tattoo option από την υφιστάμενη ακολουθία εργασιών
και αμέσως μετά επιλέγουμε την εντολή Roles | Install Roles and Features από το Add menu. Εφόσον επιλέξουμε την συγκεκριμένη εντολή,
στο details
pane θα εμφανιστεί μια σειρά από ρόλους και
χαρακτηριστικά που είναι διαθέσιμα προς εγκατάσταση. Επιλέγουμε “τσεκάροντας” το
Hyper-V (x64 only) check box, όπως αυτό απεικονίζεται στην Εικόνα
1.

Εικόνα 1: Θα
πρέπει να εγκαταστήσουμε τον Hyper-V role.
Είναι φυσικό και θεμιτό ότι ανάλογα
με τις ανάγκες σαςνα επιλέξετε μια σειρά επιπλέον χαρακτηριστικών τα οποία θα
θελήσετε να εγκαταστήσετε. Για παράδειγμα, σε ένα παραγωγικό περιβάλλον πιθανώς
θα θέλετε να εγκαταστήσετε την υπηρεσία Failover Clustering service. Στην συγκεκριμένη σειρά άρθρων όμως δεν
πρόκειται να χρησιμοποιήσω το failover clustering.
Ανεξαρτήτως βεβαίως του γεγονότος
του εάν θα χρησιμοποιήσετε ή όχι την υπηρεσία failover clustering, θα πρέπει να επιλέξουμε το Multipath I/O (Core) check box. Η επιλογή αυτή θα μας επιτρέψει την ευκολότερη
σύνδεση σε ένα storage pool
αργότερα. Εν συνεχεία επιλέγουμε
τα components
τα οποία θέλουμε να
εγκαταστήσουμε, και αμέσως μετά κάνουμε κλικ στο Apply ακολουθούμενο από το OK.
Σε μια εγκατάσταση επιχειρησιακού
παραγωγικού περιβάλλοντος θα ισχυριζόταν κάποιος ότι χρειάζετε κάποια επιπλέον
εργασία όσον αφορά τις ακολουθίες εργασιών. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι ενδεχομένως
θα θέλαμε να προσθέσουμε μια σειρά οδηγών συσκευών (drivers) ή κάποιες εφαρμογές (applications). Λόγω του ότι είναι πολλά αυτά τα οποία
θα πρέπει να αναλύσω σε αυτήν την σειρά άρθρων, θα επιστρέψω αργότερα για το
συγκεκριμένο θέμα, στοιχείο το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο αν΄λογα με την
έκταση την οποία θα λάβει η συγκεκριμένη σειρά άρθρων. Για την ώρα θα συνεχίσουμε
με σκοπό να καταδείξω τον τρόπο εργασίας και διαχείρισης των ακολουθιών
εργασιών τις οποίες έχουμε ενεργοποιήσει και ρυθμίσει.
Αναβαθμίζοντας το Deployment
Share
Σε αυτό το σημείο θα πρέπει
να αναβαθμίσουμε το deployment share.
Διαφορετικά εάν δεν το αναβαθμίσουμε καμία από τις ακολουθίες εργασιών (task sequences) τις οποίες έχουμε δημιουργήσει δεν
πρόκειται να δουλέψει. Για να το επιτύχουμε αυτό θα πρέπει να πλοηγηθούμε διαμέσου
του console
tree στο Deployment Workbench | Deployment Shares | MDT Deployment Share. Εν συνεχεία, κάνουμε δεξί κλικ στο MDT Deployment Share container και επιλέγουμε την εντολή Update Deployment Share από το αναδιπλούμενο shortcut menu.
Ως αποτέλεσμα της προηγούμενης
επιλογής θα εμφανιστεί ο wizard
του οποίου η αρχική οθόνη
μας ερωτά εάν επιθυμούμε να βελτιστωποιήσουμε (optimize) την διαδικασία αναβάθμισης του boot image ή εάν επιθυμούμε αντίστοιχα την πλήρη
επαδημιουργία (completely regenerate)
των boot images. Στην δεδομένη στιγμή, προχωρούμε μπροστά
και επιλέγουμε την επιλογή της πλήρους επαναδημιουργίας των boot images, όπως αυτό απεικονίζεται στην Εικόνα
2.

Εικόνα 2: Πρέπει
οπωσδήποτε να αναβαθμίσουμε το deployment share.
Κάνουμε κλικ στο Next, στοιχείο το οποίο θα μας οδηγήσει σε μια οθόνη περίληψης (summary screen) η οποία μας επιβεβαιώνει τις
επιλογές τις οποίες έχουμε επιλέξει. Κάνουμε κλικ στο Next για μια ακόμη φορά και τα deployment images θα δημιουργηθούν. Το χρονικό διάστημα το
οποίο θα απαιτηθεί για την ολοκλήρωση της συγκεκριμένης διαδικασίας εξαρτάται άμεσα
από τις δυαντότητες του hardware capabilities,
κρίνοντας όμως από τον δικό μου lab server η διαδικασία ολοκληρώθηκε σε πέντε (5)
λεπτά της ώρας.
Εγκαθιστώντας τα Windows
Deployment Services
Το επόμενο βήμα στην διαδικασία
είναι η εγκατάσταση των Windows Deployment Services στον
διακομιστή (server)
ο οποίος τρέχει το Deployment Workbench.
Το
παραπάνω μπορεί να επιτευχθεί διαμέσου του Server Manager. Συνεπώς ανοίγουμε τον Server Manager και επιλέγουμε το Roles container. Εν συνεχεία κάνουμε κλικ στον σύνδεσμο
Add Roles και τα Windows θα εκκινήσουν τον Add Roles wizard.
Κάνουμε κλικ στο Next to για να προσπεράσουμε την Welcome screen του wizard. Αμέσως μετά θα εμφανιστεί μια οθόνη στην
οποία μας ζητείται να επιλέξουμε ποιούς ρόλους θέλουμε να εγκαταστήσουμε. Επιλέγουμε
τον Windows
Deployment
Services
role και εν συνεχεία κάνουμε κλικ στο Next. Ως αποτέλεσμα της επιλογής αυτής θα εμφανιστεί
μια οθόνη η οποία μας παρουσιάζει μια εισαγωγή των Windows Deployment Services. Κάνουμε κλικ στο Next για να προσπεράσουμε την συγκεκριμένη
οθόνη.
Στην επόμενη οθόνη η οποία αυτομάτως
θα εμφανιστεί ερωτόμαστε ποια role
services
επιθυμούμε να
εγκαταστήσουμε. Αναλυτικότερα έχουμε την δυνατότητα να επιλέξουμε την εγκατάσταση
του Deployment
Server και την εγκατάσταση ή μη του Transport Server. Η συμβουλή μου είναι να αφήσετε και τις
δύο επιλογές επιλεγμένες όπως αυτό απεικονίζεται στην Εικόνα 3.

Εικόνα 3: Προχωρήστε
στην εγκατάσταση και των δύο role
services.
Κάνουμε κλικ στο Next, ακολουθούμενο από την εγκατάσταση. Τα
Windows
θα ξεκινήσουν αυτομάτως την
εγκατάσταση των Windows Deployment Services.
Όταν η όλη διαδικασία ολοκληρωθεί κάνουμε κλικ στο Close.
Ρυθμίζοντας τα Windows
Deployment Services
Τώρα που τα Windows Deployment Services έχουν εγκατασταθεί θα πρέπει να
παραμετροποιηθούν. Για να το επιτύχουμε αυτό δεν έχουμε παρά να πλοηγηθούμε διαμέσου
του Server Manager στο Roles | Windows Deployment Services | Servers | <στον δικό σας διακομιστή - your server>, όπως αυτό απεικονίζεται στην
Εικόνα 4.

Εικόνα 4: Θα
πρέπει να παραμετροποιήσετε τον διακομιστή σας.
Στο σημείο αυτό κάνουμε δεξί κλικ
στην λίστα όπου εμφανίζεται ο διακομιστής μας και επιλέγουμε την εντολή Configure Server από το υφιστάμενο shortcut menu. Όταν ο configuration wizard ξεκινά, κάνουμε κλικ στο Next για να προσπεράσουμε την εισαγωγική
οθόνη.
Στην επόμενη οθόνη η οποία ακολουθεί
το σύστημα μας ερωτά να παράσχουμε μια διαδρομή (path) για τον remote installation folder. Εάν είναι δυνατόν συνιστώ την αποθήκευση
του συγκεκριμένου φακέλου σε έναν οδηγό δίσκου (disk drive) διαφορετικό από το C:.
Εν συνεχεία κάνουμε κλικ στο Next και στο σημείο αυτό ο wizard θα μας ρωτήσει για τον τρόπο με τον
οποίο ο διακομιστής (server)
θέλουμε να διαχειρίζεται τα client
requests. Επιλέγουμε
την επιλογή να δίνεται απάντηση σε όλους τους client computers (γνωστούς και αγνώστους) και αμέσως
κάνουμε κλικ στο Next.
Όταν το κάνουμε αυτό, τα Windows θα
υλοποιήσουν την παραμετροποίηση και θα εκκινήσουν τα Windows Deployment Services. Όταν αυτή η διαδικασία ολοκληρωθεί, θα
εμφανιστεί μια οθόνη η οποία θα μας ερωτά εάν θέλουμε να προσθέσουμε images στον διακομιστή μας τώρα. Η επιλογή αυτή
είναι προεπιλεγμένη εξ ορισμού, αλλά θα χρειαστεί να την αποεπιλέξουμε αυτήν
την επιλογή διότι χρησιμοποιούμε το Deployment Workbench για δικά μας images. Εν συνεχεία κάνουμε κλικ στο Finish για να ολοκληρωθεί η διαδικασία
παραμετροποίησης.
Προσθέτοντας τα δικά μας Images
Τώρα ας προχωρήσουμε μπροστά και
ας προσθέσουμε μερικά deployment images
στα Windows Deployment Services. Για να το επιτύχουμε αυτό, θα πρέπει
να πλοηγηθούμε διαμέσου του Server
Manager
στο Roles | Windows Deployment Services | Servers | <your server> | Boot Images. Αμέσως κάνουμε δεξί κλικ στον Boot Images φάκελο και επιλέγουμε την εντολή Add Boot Image από το shortcut menu. Στο σημείο αυτό θα μας ζητηθεί να εισαγάγουμε
την τοποθεσία του Windows Image
(το .WIM
file) το οποίο
θέλουμε να προσθέσουμε. Κάνουμε κλικ στο Browse button και αμέσως μετά θα πρέπει να πλοηγηθούμε
(navigate) στην διαδρομή
δίσκου (path)
η οποία χρησιμοποιείται από το deployment share
το οποίο δημιουργήσαμε
διαμέσου του Deployment Workbench.
Στα προηγούμενα άρθρα της συγκεκριμένης σειράς δημιούργησα το deployment share στο C:\DeploymentShare, συνεπώς η δική μου διαδρομή (path) θα είναι το C:\DeploymentShare\Boot. Σε αυτήν την διαδρομή υπάρχει ένα αρχείο
το οποίο ονομάζεται LiteTouchPE_x64, όπως αυτό απεικονίζεται στην Εικόνα
5. Αυτό είναι το αρχείο χρειάζεται να εισαχθεί, συνεπώς θα το επιλέξουμε και
αμέσως μετά θα κάνουμε κλικ στο OK.

Εικόνα 5: Εισάγουμε
το αρχείο LiteTouchPE_x64.wim.
Κάνουμε κλικ στο Next και αμέσως μετά θα μας ζητηθεί να εισάγουμε
το όνομα του image.
Αμέσως μετά την ολοκλήρωση της προηγούμενης διαδικασίας κάνουμε δύο φορές κλικ
στο Next και αυτομάτως το image θα εισαχθεί. Όταν η όλη διαδικασία ολοκληρωθεί κάνουμε κλικ στο Finish.
Συμπέρασμα
Εως αυτό το σημείο
έχουμε δημιουργήσει ένα boot
image το οποίο μπορεί να γίνει deployed, αλλά συνεχίζουμε να βρισκόμαστε αρκετά
μακριά από τον στόχο μας ο οποίος είναι χρησιμοποιώντας αυτήν την τεχνική για
να δημιουργήσουμε ένα private cloud.
Ζητώ την υπομονή σας μέχρι την δημοσίευση του τέταρτου μέρους της σειράς αυτής
άρθρων.
Αγαπητοί συνάδελφοι της κοινότητας η Microsoft πριν από λίγες ώρες μας αποκάλυψε τις τεχνικές προδιαγραφές του καινούριου συστήματος διαχείρισης αρχείων (file system) το οποίο ονομάζεται RsFS (Resilient File System) και το οποίο θα αποτελεί αναπόσπαστο χαρακτηριστικό των Windows 8 Server.
Για περισσότερες λεπτομέρειες σας παραθέτω παρακάτω το πρωτότυπο κείμενο στην Αγγλική γλώσσα όπως δημοσιεύθηκε από την τεχνική υπηρεσία της Microsoft και συγκεκριμένα από τον Surendra Verm. Όπως θα συμφωνήσετε πιστεύω μαζί μου τα τεχνικά χαρακτηριστικά του καινούριου συστήματος διαχείρισης αρχείων είναι απλά συγκλονιστικά.We wanted to continue our dialog about data storage by talking about
the next generation file system being introduced in Windows 8. Today,
NTFS is the most widely used, advanced, and feature rich file system in
broad use. But when you’re reimagining Windows, as we are for Windows 8,
we don’t rest on past successes, and so with Windows 8 we are also
introducing a newly engineered file system. ReFS, (which stands for
Resilient File System), is built on the foundations of NTFS, so it
maintains crucial compatibility while at the same time it has been
architected and engineered for a new generation of storage technologies
and scenarios. In Windows 8, ReFS will be introduced only as part of
Windows Server 8, which is the same approach we have used for each and
every file system introduction. Of course at the application level, ReFS
stored data will be accessible from clients just as NTFS data would be.
As you read this, let’s not forget that NTFS is by far the industry’s
leading technology for file systems on PCs.
This file system, which we call ReFS, has been designed from the
ground up to meet a broad set of customer requirements, both today’s and
tomorrow’s, for all the different ways that Windows is deployed.
The key goals of ReFS are:
- Maintain
a high degree of compatibility with a subset of NTFS features that are
widely adopted while deprecating others that provide limited value at
the cost of system complexity and footprint.
- Verify and
auto-correct data. Data can get corrupted due to a number of reasons and
therefore must be verified and, when possible, corrected automatically.
Metadata must not be written in place to avoid the possibility of “torn
writes,” which we will talk about in more detail below.
- Optimize
for extreme scale. Use scalable structures for everything. Don’t assume
that disk-checking algorithms, in particular, can scale to the size of
the entire file system.
- Never take the file system offline.
Assume that in the event of corruptions, it is advantageous to isolate
the fault while allowing access to the rest of the volume. This is done
while salvaging the maximum amount of data possible, all done live.
- Provide
a full end-to-end resiliency architecture when used in conjunction with
the Storage Spaces feature, which was co-designed and built in
conjunction with ReFS.
The key features of ReFS are as follows (note that some of these features are provided in conjunction with Storage Spaces).
- Metadata integrity with checksums
- Integrity streams providing optional user data integrity
- Allocate on write transactional model for robust disk updates (also known as copy on write)
- Large volume, file and directory sizes
- Storage pooling and virtualization makes file system creation and management easy
- Data striping for performance (bandwidth can be managed) and redundancy for fault tolerance
- Disk scrubbing for protection against latent disk errors
- Resiliency to corruptions with "salvage" for maximum volume availability in all cases
- Shared storage pools across machines for additional failure tolerance and load balancing
In
addition, ReFS inherits the features and semantics from NTFS including
BitLocker encryption, access-control lists for security, USN journal,
change notifications, symbolic links, junction points, mount points,
reparse points, volume snapshots, file IDs, and oplocks.
And of
course, data stored on ReFS is accessible through the same file access
APIs on clients that are used on any operating system that can access
today’s NTFS volumes.
Key design attributes and features
Our
design attributes are closely related to our goals. As we go through
these attributes, keep in mind the history of producing file systems
used by hundreds of millions of devices scaling from the smallest
footprint machines to the largest data centers, from the smallest
storage format to the largest multi-spindle format, from solid state
storage to the largest drives and storage systems available. Yet at the
same time, Windows file systems are accessed by the widest array of
application and system software anywhere. ReFS takes that learning and
builds on it. We didn’t start from scratch, but reimagined it where it
made sense and built on the right parts of NTFS where that made sense.
Above all, we are delivering this in a pragmatic manner consistent with
the delivery of a major file system—something only Microsoft has done at
this scale.
Code reuse and compatibility
When we look
at the file system API, this is the area where compatibility is the
most critical and technically, the most challenging. Rewriting the code
that implements file system semantics would not lead to the right level
of compatibility and the issues introduced would be highly dependent on
application code, call timing, and hardware. Therefore in building ReFS,
we reused the code responsible for implementing the Windows file system
semantics. This code implements the file system interface (read, write,
open, close, change notification, etc.), maintains in-memory file and
volume state, enforces security, and maintains memory caching and
synchronization for file data. This reuse ensures a high degree of
compatibility with the features of NTFS that we’re carrying forward.
Underneath
this reused portion, the NTFS version of the code-base uses a newly
architected engine that implements on-disk structures such as the Master
File Table (MFT) to represent files and directories. ReFS combines this
reused code with a brand-new engine, where a significant portion of the
innovation behind ReFS lies. Graphically, it looks like this:

Reliable and scalable on-disk structures
On-disk
structures and their manipulation are handled by the on-disk storage
engine. This exposes a generic key-value interface, which the layer
above leverages to implement files, directories, etc. For its own
implementation, the storage engine uses B+ trees
exclusively. In fact, we utilize B+ trees as the single common on-disk
structure to represent all information on the disk. Trees can be
embedded within other trees (a child tree’s root is stored within the
row of a parent tree). On the disk, trees can be very large and
multi-level or really compact with just a few keys and embedded in
another structure. This ensures extreme scalability up and down for all
aspects of the file system. Having a single structure significantly
simplifies the system and reduces code. The new engine interface
includes the notion of “tables” that are enumerable sets of key-value
pairs. Most tables have a unique ID (called the object ID) by which they
can be referenced. A special object table indexes all such tables in
the system.
Now, let’s look at how the common file system abstractions are constructed using tables.

File structures
As
shown in the diagram above, directories are represented as tables.
Because we implement tables using B+ trees, directories can scale
efficiently, becoming very large. Files are implemented as tables
embedded within a row of the parent directory, itself a table
(represented as File Metadata in the diagram above). The rows within the
File Metadata table represent the various file attributes. The file
data extent locations are represented by an embedded stream table, which
is a table of offset mappings (and, optionally, checksums). This means
that the files and directories can be very large without a performance
impact, eclipsing the limitations found in NTFS.
As expected,
other global structures within the file system such ACLs (Access Control
Lists) are represented as tables rooted within the object table.
All
disk space allocation is managed by a hierarchical allocator, which
represents free space by tables of free space ranges. For scalability,
there are three such tables – the large, medium and small allocators.
These differ in the granularity of space they manage: for example, a
medium allocator manages medium-sized chunks allocated from the large
allocator. This makes disk allocation algorithms scale very well, and
allows us the benefit of naturally collocating related metadata for
better performance. The roots of these allocators as well as that of the
object table are reachable from a well-known location on the disk. Some
tables have allocators that are private to them, reducing contention
and encouraging better allocation locality.
Apart from global
system metadata tables, the entries in the object table refer to
directories, since files are embedded within directories.
Robust disk update strategy
Updating
the disk reliably and efficiently is one of the most important and
challenging aspects of a file system design. We spent a lot of time
evaluating various approaches. One of the approaches we considered and
rejected was to implement a log structured file system. This approach is
unsuitable for the type of general-purpose file system required by
Windows. NTFS relies on a journal of transactions to ensure consistency
on the disk. That approach updates metadata in-place on the disk and
uses a journal on the side to keep track of changes that can be rolled
back on errors and during recovery from a power loss. One of the
benefits of this approach is that it maintains the metadata layout in
place, which can be advantageous for read performance. The main
disadvantages of a journaling system are that writes can get randomized
and, more importantly, the act of updating the disk can corrupt
previously written metadata if power is lost at the time of the write, a
problem commonly known as torn write.
To maximize
reliability and eliminate torn writes, we chose an allocate-on-write
approach that never updates metadata in-place, but rather writes it to a
different location in an atomic fashion. In some ways this borrows from
a very old notion of “shadow paging”
that is used to reliably update structures on the disk. Transactions
are built on top of this allocate-on-write approach. Since the upper
layer of ReFS is derived from NTFS, the new transaction model seamlessly
leverages failure recovery logic already present, which has been tested
and stabilized over many releases.
ReFS allocates metadata in a
way that allows writes to be combined for related parts (for example,
stream allocation, file attributes, file names, and directory pages) in
fewer, larger I/Os, which is great for both spinning media and flash. At
the same time a measure of read contiguity is maintained. The
hierarchical allocation scheme is leveraged heavily here.
We
perform significant testing where power is withdrawn from the system
while the system is under extreme stress, and once the system is back
up, all structures are examined for correctness. This testing is the
ultimate measure of our success. We have achieved an unprecedented level
of robustness in this test for Microsoft file systems. We believe this
is industry-leading and fulfills our key design goals.
Resiliency to disk corruptions
As
mentioned previously, one of our design goals was to detect and correct
corruption. This not only ensures data integrity, but also improves
system availability and online operation. Thus, all ReFS metadata is
check-summed at the level of a B+ tree page, and the checksum is stored
independently from the page itself. This allows us to detect all forms
of disk corruption, including lost and misdirected writes and bit rot
(degradation of data on the media). In addition, we have added an
option where the contents of a file are check-summed as well. When this
option, known as “integrity streams,” is enabled, ReFS always writes the
file changes to a location different from the original one. This
allocate-on-write technique ensures that pre-existing data is not lost
due to the new write. The checksum update is done atomically with the
data write, so that if power is lost during the write, we always have a
consistently verifiable version of the file available whereby
corruptions can be detected authoritatively.
We blogged about Storage Spaces
a couple of weeks ago. We designed ReFS and Storage Spaces to
complement each other, as two components of a complete storage system.
We are making Storage Spaces available for NTFS (and client PCs) because
there is great utility in that; the architectural layering supports
this client-side approach while we adapt ReFS for usage on clients so
that ultimately you’ll be able to use ReFS across both clients and
servers.
In addition to improved performance, Storage Spaces
protects data from partial and complete disk failures by maintaining
copies on multiple disks. On read failures, Storage Spaces is able to
read alternate copies, and on write failures (as well as complete media
loss on read/write) it is able to reallocate data transparently. Many
failures don’t involve media failure, but happen due to data
corruptions, or lost and misdirected writes.
These are exactly
the failures that ReFS can detect using checksums. Once ReFS detects
such a failure, it interfaces with Storage Spaces to read all available
copies of data and chooses the correct one based on checksum validation.
It then tells Storage Spaces to fix the bad copies based on the good
copies. All of this happens transparently from the point of view of the
application. If ReFS is not running on top of a mirrored Storage Space,
then it has no means to automatically repair the corruption. In that
case it will simply log an event indicating that corruption was detected
and fail the read if it is for file data. I’ll talk more about the
impact of this on metadata later.
Checksums (64-bit) are always
turned on for ReFS metadata, and assuming that the volume is hosted on a
mirrored Storage Space, automatic correction is also always turned on.
All integrity streams (see below) are protected in the same way. This
creates an end-to-end high integrity solution for the customer, where
relatively unreliable storage can be made highly reliable.
Integrity streams
Integrity
streams protect file content against all forms of data corruption.
Although this feature is valuable for many scenarios, it is not
appropriate for some. For example, some applications prefer to manage
their file storage carefully and rely on a particular file layout on the
disk. Since integrity streams reallocate blocks every time file content
is changed, the file layout is too unpredictable for these
applications. Database systems are excellent examples of this. Such
applications also typically maintain their own checksums of file content
and are able to verify and correct data by direct interaction with
Storage Spaces APIs.
For those cases where a particular file
layout is required, we provide mechanisms and APIs to control this
setting at various levels of granularity.
At the most basic
level, integrity is an attribute of a file
(FILE_ATTRIBUTE_INTEGRITY_STREAM). It is also an attribute of a
directory. When present in a directory, it is inherited by all files and
directories created inside the directory. For convenience, you can use
the “format” command to specify this for the root directory of a volume
at format time. Setting it on the root ensures that it propagates by
default to every file and directory on the volume. For example:
D:\>format /fs:refs /q /i:enable <volume>
D:\>format /fs:refs /q /i:disable <volume>
By default, when the /i switch is not specified, the behavior that
the system chooses depends on whether the volume resides on a mirrored
space. On a mirrored space, integrity is enabled because we expect the
benefits to significantly outweigh the costs. Applications can always
override this programmatically for individual files.
Battling “bit rot”
As we described earlier, the combination of ReFS and Storage Spaces
provides a high degree of data resiliency in the presence of disk
corruptions and storage failures. A form of data loss that is harder to
detect and deal with happens due to “bit rot,” where parts of the
disk develop corruptions over time that go largely undetected since
those parts are not read frequently. By the time they are read and
detected, the alternate copies may have also been corrupted or lost due
to other failures.
In order to deal with bit rot, we have added a system task that
periodically scrubs all metadata and Integrity Stream data on a ReFS
volume residing on a mirrored Storage Space. Scrubbing involves reading
all the redundant copies and validating their correctness using the ReFS
checksums. If checksums mismatch, bad copies are fixed using good ones.
The file attribute FILE_ATTRIBUTE_NO_SCRUB_DATA indicates that the
scrubber should skip the file. This attribute is useful for those
applications that maintain their own integrity information, when the
application developer wants tighter control over when and how those
files are scrubbed.
The Integrity.exe command line tool is a powerful way to manage the integrity and scrubbing policies.
When all else fails…continued volume availability
We expect many customers to use ReFS in conjunction with mirrored
Storage Spaces, in which case corruptions will be automatically and
transparently fixed. But there are cases, admittedly rare, when even a
volume on a mirrored space can get corrupted – for example faulty system
memory can corrupt data, which can then find its way to the disk and
corrupt all redundant copies. In addition, some customers may not choose
to use a mirrored storage space underneath ReFS.
For these cases where the volume gets corrupted, ReFS implements
“salvage,” a feature that removes the corrupt data from the namespace on
a live volume. The intention behind this feature is to ensure that
non-repairable corruption does not adversely affect the availability of
good data. If, for example, a single file in a directory were to become
corrupt and could not be automatically repaired, ReFS will remove that
file from the file system namespace while salvaging the rest of the
volume. This operation can typically be completed in under a second.
Normally, the file system cannot open or delete a corrupt file,
making it impossible for an administrator to respond. But because ReFS
can still salvage the corrupt data, the administrator is able to recover
that file from a backup or have the application re-create it without
taking the file system offline. This key innovation ensures that we do
not need to run an expensive offline disk checking and correcting tool,
and allows for very large data volumes to be deployed without risking
large offline periods due to corruption.
A clean fit into the Windows storage stack
We knew we had to design for maximum flexibility and compatibility.
We designed ReFS to plug into the storage stack just like another file
system, to maximize compatibility with the other layers around it. For
example, it can seamlessly leverage BitLocker encryption, Access Control
Lists for security, USN journal, change notifications, symbolic links,
junction points, mount points, reparse points, volume snapshots, file
IDs, and oplocks. We expect most file system filters to work seamlessly
with ReFS with little or no modification. Our testing bore this out; for
example, we were able to validate the functionality of the existing
Forefront antivirus solution.
Some filters that depend on the NTFS physical format will need
greater modification. We run an extensive compatibility program where we
test our file systems with third-party antivirus, backup, and other
such software. We are doing the same with ReFS and will work with our
key partners to address any incompatibilities that we discover. This is
something we have done before and is not unique to ReFS.
An aspect of flexibility worth noting is that although ReFS and
Storage Spaces work well together, they are designed to run
independently of each other. This provides maximum deployment
flexibility for both components without unnecessarily limiting each
other. Or said another way, there are reliability and performance
tradeoffs that can be made in choosing a complete storage solution,
including deploying ReFS with underlying storage from our partners.
With Storage Spaces, a storage pool can be shared by multiple
machines and the virtual disks can seamlessly transition between them,
providing additional resiliency to failures. Because of the way we have
architected the system, ReFS can seamlessly take advantage of this.
Usage
We have tested ReFS using a sophisticated and vast set of tens of
thousands of tests that have been developed over two decades for NTFS.
These tests simulate and exceed the requirements of the deployments we
expect in terms of stress on the system, failures such as power loss,
scalability, and performance. Therefore, ReFS is ready to be
deployment-tested in a managed environment. Being the first version of a
major file system, we do suggest just a bit of caution. We do not
characterize ReFS in Windows 8 as a “beta” feature. It will be a
production-ready release when Windows 8 comes out of beta, with the
caveat that nothing is more important than the reliability of data. So,
unlike any other aspect of a system, this is one where a conservative
approach to initial deployment and testing is mandatory.
With this in mind, we will implement ReFS in a staged evolution of
the feature: first as a storage system for Windows Server, then as
storage for clients, and then ultimately as a boot volume. This is the
same approach we have used with new file systems in the past.
Initially, our primary test focus will be running ReFS as a file
server. We expect customers to benefit from using it as a file server,
especially on a mirrored Storage Space. We also plan to work with our
storage partners to integrate it with their storage solutions.
Conclusion
Along with Storage Spaces, ReFS forms the foundation of storage on
Windows for the next decade or more. We believe this significantly
advances our state of the art for storage. Together, Storage Spaces and
ReFS have been architected with headroom to innovate further, and we
expect that we will see ReFS as the next massively deployed file system.
FAQ:
Q) Why is it named ReFS?
ReFS stands for Resilient File System. Although it is designed to be
better in many dimensions, resiliency stands out as one of its most
prominent features.
Q) What are the capacity limits of ReFS?
The table below shows the capacity limits of the on-disk format.
Other concerns may determine some practical limits, such as the system
configuration (for example, the amount of memory), limits set by various
system components, as well as time taken to populate data sets, backup
times, etc.
|
Attribute
|
Limit based on the on-disk format
|
|
Maximum size of a single file
|
2^64-1 bytes
|
|
Maximum size of a single volume
|
Format supports 2^78 bytes with 16KB cluster size (2^64 * 16 * 2^10). Windows stack addressing allows 2^64 bytes
|
|
Maximum number of files in a directory
|
2^64
|
|
Maximum number of directories in a volume
|
2^64
|
|
Maximum file name length
|
32K unicode characters
|
|
Maximum path length
|
32K
|
|
Maximum size of any storage pool
|
4 PB
|
|
Maximum number of storage pools in a system
|
No limit
|
|
Maximum number of spaces in a storage pool
|
No limit
|
Q) Can I convert data between NTFS and ReFS?
In Windows 8 there is no way to convert data in place. Data can be
copied. This was an intentional design decision given the size of data
sets that we see today and how impractical it would be to do this
conversion in place, in addition to the likely change in architected
approach before and after conversion.
Q) Can I boot from ReFS in Windows Server 8?
No, this is not implemented or supported.
Q) Can ReFS be used on removable media or drives?
No, this is not implemented or supported.
Q) What semantics or features of NTFS are no longer supported on ReFS?
The NTFS features we have chosen to not support in ReFS are: named
streams, object IDs, short names, compression, file level encryption
(EFS), user data transactions, sparse, hard-links, extended attributes,
and quotas.
Q) What about parity spaces and ReFS?
ReFS is supported on the fault resiliency options provided by Storage
Spaces. In Windows Server 8, automatic data correction is implemented
for mirrored spaces only.
Q) Is clustering supported?
Failover clustering is supported, whereby individual volumes can
failover across machines. In addition, shared storage pools in a cluster
are supported.
Q) What about RAID? How do I use ReFS capabilities of striping,
mirroring, or other forms of RAID? Does ReFS deliver the read
performance needed for video, for example?
ReFS leverages the data redundancy capabilities of Storage Spaces,
which include striped mirrors and parity. The read performance of ReFS
is expected to be similar to that of NTFS, with which it shares a lot of
the relevant code. It will be great at streaming data.
Q) How come ReFS does not have deduplication, second level caching between DRAM & storage, and writable snapshots?
ReFS does not itself offer deduplication. One side effect of its
familiar, pluggable, file system architecture is that other
deduplication products will be able to plug into ReFS the same way they
do with NTFS.
ReFS does not explicitly implement a second-level cache, but customers can use third-party solutions for this.
ReFS and VSS work together to provide snapshots in a manner
consistent with NTFS in Windows environments. For now, they don’t
support writable snapshots or snapshots larger than 64TB.
Αγαπητοί συνάδελφοι της κοινότητας
ένα πολύ σημαντικό hotfix rollup για τον Forefront TMG 2010 SP2 είναι πλεόν διαθέσιμο. Το συγκεκριμένο
hotfix rollup επιλύει μια σειρά σημαντικών προβλημάτων
τα οποία έχουν επισημανθεί στον TMG 2010 SP2, στα οποία περιλαμβάνονται τα παρακάτω:
KB2654016 – A client may be unsuccessful in accessing a Java
SSO application published to the web by Forefront TMG 2010
KB2653703 – “Error: Subreport could not be shown” error message
in the User Activity or Site Activity report in Forefront TMG 2010
KB2654585 – UDP packets may become backlogged when you increase
the “maximum concurrent UDP sessions per IP address” setting in Forefront TMG
2010
KB2624178 – Forefront TMG 2010 administrators may be unable to
generate reports
KB2636183 – Both sides of a TCP connection are closed when the
client or remote application half-closes the TCP connection in Forefront TMG
2010
KB2653669 – Summary information for the Top Overridden URLs
table and for the Top Rule Override Users table display incorrect information
in Forefront TMG 2010
KB2617060 – Forefront TMG 2010 enables L2TP site-to-site
connections in RRAS
KB2655951 – Japanese characters in the subject line of an Alert
email message are not readable in the Japanese version of Forefront TMG 2010
KB2654068 – “The Web Listener is not configured to use SSL”
warning message may occur when you configure a Web Listener to use a valid SSL
certificate in Forefront TMG 2010
KB2654193 – You receive a “Bad Request” error message when you
try to access Outlook Web App published by Forefront TMG 2010
KB2654074 – String comparison may become case-sensitive when
you published a website using Forefront TMG 2010
KB2658903 – Forefront TMG 2010 firewall service (wspsrv.exe)
may crash frequently for a published website secured by SSL after you install
Service Pack 2.
Το Hotfix rollup 1 για τον Forefront TMG 2010 SP2 μπορείτε να το κατεβάσετε από αυτόν
τον σύνδεσμο. Μετά την εφαρμογή
του συγκεκριμένου update,
το καινούριο Forefront TMG
2010 build
number θα είναι το 7.0.9193.515.